Τοποθέτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Γιώργου Λ. Σαββίδη στην Επιτροπή Νομικών, σε σχέση με τα νομοσχέδια μεταρρύθμισης του Θεσμού του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
Από:
10.9.2025
ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΑ
Βρίσκομαι σήμερα ενώπιον σας για να συζητήσουμε τα νομοσχέδια της Εκτελεστικής Εξουσίας και τις προτάσεις νόμου που υπέβαλαν μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων, που αφορούν στη μεταρρύθμιση της Νομικής Υπηρεσίας και τον διαχωρισμό των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας με τη σύσταση του νέου Γραφείου Γενικού Δημόσιου Κατήγορου.
Στην πρώτη μου τοποθέτηση σε μια ιστορική, τολμώ να πω, συνεδρία ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών, θα εστιάσω σε δύο θέματα που μας απασχόλησαν και συνεχίζουν να μας απασχολούν στη Νομική Υπηρεσία: Το θέμα της σκοπιμότητας του διαχωρισμού των εξουσιών και το θέμα της συνταγματικότητας των επιδιωκόμενων μεταρρυθμίσεων.
Η εξαγγελία μελέτης για μεταρρύθμιση της Νομικής Υπηρεσίας περιλαμβανόταν στο πρόγραμμα διακυβέρνησης του εξοχότατου Προέδρου της Δημοκρατίας. Αναγνωρίζω και σέβομαι πλήρως το δικαίωμα κάθε κυβέρνησης να σχεδιάζει και να υλοποιεί πολιτικές και μεταρρυθμίσεις σε σχέση με την εύρυθμη λειτουργία του Κράτους, εντός του πλαισίου του Συντάγματος.
Είναι επίσης γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια έχουμε δεχθεί σχετικές συστάσεις, τόσο από την Επιτροπή GRECO όσο και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο των εκθέσεων για το Κράτος Δικαίου, για τρία συγκεκριμένα θέματα:
- Την ενίσχυση της ανεξαρτησίας των εισαγγελικών αρχών,
- τον έλεγχο των αποφάσεων για μη δίωξη ή αναστολή ποινικής δίωξης. Σημειώνω ότι με βάση την έκθεση του Κράτους Δικαίου του 2023 η σύσταση αφορούσε είτε εσωτερικό έλεγχο (ιεραρχικό) είτε εξωτερικό (δικαστικό), και
- τη μελέτη πιθανού διαχωρισμού των συμβουλευτικών και των διωκτικών λειτουργιών της Νομικής Υπηρεσίας.
Αναγνωρίζω επίσης πως αποτελεί δεδομένο ότι η Νομική Υπηρεσία του Κράτους, όπως και όλοι οι νευραλγικοί τομείς κάθε Δημοκρατίας, αντιμετωπίζουν διαχρονικά προβλήματα, τα οποία θα πρέπει να αντικρίζονται υπό το φως των εξελίξεων, των αντιλήψεων περί Κράτους Δικαίου και των δεδομένων της κάθε εποχής. Φυσικά, είναι ένα θέμα η αντιμετώπιση τυχόν διαχρονικών προβλημάτων, άλλο θέμα η ενίσχυση της ανεξαρτησίας των εισαγγελικών αρχών, άλλο θέμα ο έλεγχος των αποφάσεων για μη δίωξη και/ή αναστολή ποινικής δίωξης και εντελώς διαφορετικό θέμα ο τρόπος με τον όποιο οι στόχοι αυτοί θα επιτευχθούν και σε ποιο βαθμό μπορούν να επιτευχθούν μέσα στο ισχύον συνταγματικό πλαίσιο.
Δεν μπορεί κανείς να διαφωνήσει ότι οι μεταρρυθμίσεις που γίνονται σε ανεξάρτητους συνταγματικούς Θεσμούς, όπως είναι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, και ιδίως τόσο μεγάλης έκτασης και σημασίας, πρέπει να γίνονται με μεγάλη προσοχή.
Τα προτεινόμενα νομοσχέδια δεν αφορούν μια απλή υλοποίηση μιας σύστασης ενός διεθνούς οργανισμού. Οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις στη Νομική Υπηρεσία αλλάζουν τη συνταγματική δομή αλλά και σημαντικό μέρος του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης στην Κύπρο. Θα πρέπει, πιστεύω, να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί και σίγουρα όχι βιαστικοί.
Θυμίζω τις μελέτες που έγιναν και τον χρόνο που δαπανήθηκε για τη μεταρρύθμιση των Δικαστηρίων αφότου εντοπίστηκε το πρόβλημα και αποφασίστηκε -και τελικά συμφωνήθηκε από όλους τους φορείς- η επίλυσή του.
Πρωτίστως, κατά τη γνώμη μου, αυτό που θα έπρεπε να απασχολήσει, είναι ποιος είναι ο στόχος της μεταρρύθμισης, ποια προβλήματα θέλουμε να αντιμετωπίσουμε, πώς αντιμετωπίζονται αυτά και ποιος είναι ο καταλληλότερος/ αποτελεσματικότερος τρόπος να αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο του Συντάγματος.
Τα θέματα λοιπόν της μεταρρύθμισης δεν αποφασίζονται αβασάνιστα, αλλά θα έπρεπε να ιδωθούν υπό το πρίσμα μιας ολοκληρωμένης μελέτης από μια νομοπαρασκευαστική Επιτροπή η οποία θα κληθεί να εντρυφήσει στα βασικά ζητήματα και κυρίως να εντοπίσει και να καταγράψει τα προβλήματα. Στην Επιτροπή αυτή θα μπορούσαν να συμμετάσχουν όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς (π.χ Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος, Δικαστήρια κ.τλ.) μαζί με ομάδα συνταγματολόγων, ακαδημαϊκών και ενδεχομένως εμπειρογνωμόνων από το εξωτερικό ώστε να προτείνει τις πιο πρόσφορες και συνταγματικά αποδεκτές λύσεις.
Η Κυβέρνηση προχώρησε στην ετοιμασία των αρχικών νομοσχεδίων χωρίς να εμπλακεί σε εις βάθος και ουσιαστικό διάλογο με τη Νομική Υπηρεσία πριν τη σύνταξη των αρχικών νομοσχεδίων ως προς το σκόπιμο αλλά και τον καλύτερο τρόπο υλοποίησης της σκοπούμενης μεταρρύθμισης και χωρίς να έχει άμεση γνώση του τρόπου λειτουργίας και των διαδικασιών που η Νομική Υπηρεσία εφαρμόζει.
Ωστόσο, για να ικανοποιήσουμε την έντονη επιθυμία και τις εξαγγελίες της Κυβέρνησης, ενεπλέξαμε στον νομοτεχνικό έλεγχο 15 νομικούς λειτουργούς, μεταξύ των οποίων Εισαγγελείς του Τομέα Νομοτεχνικού Ελέγχου, του Τομέα Ποινικού Δικαίου και του Τομέα Διοικητικού Δικαίου, οι οποίοι εργάστηκαν σκληρά, υπό πίεση, σε συνεργασία με το Υπουργείο Οικονομικών και το Τμήμα Διοίκησης και Προσωπικού, για να συμπληρώσουν τα κενά των αρχικών νομοσχεδίων που μας απεστάλησαν από την Εκτελεστική Εξουσία αναφορικά με την ανεξαρτησία του Γραφείου του Γενικού Δημόσιου Κατήγορου, τη δομή των δύο υπηρεσιών, το νέο καθεστώς των λειτουργών και τη μεταφορά τους στη νέα Υπηρεσία.
Διευκρινίσαμε επίσης αρκετές ασάφειες αναφορικά με τη σχέση των δύο αξιωματούχων και μελετήσαμε πληθώρα άλλων νομοθεσιών που θα έπρεπε να ελεγχθούν για να προσδιοριστεί ποιος αξιωματούχος θα έπρεπε να είχε τη σχετική εξουσία σύμφωνα με την κάθε νομοθεσία.
Γι’ αυτό και ενώπιων σας έχετε σήμερα 38 νομοσχέδια, ενώ θα πρέπει να σας πω ότι χθες ενημερώθηκα ότι συνεχίζεται ακόμα η μελέτη και ότι ενημερώσαμε πρόσφατα το Υπουργείο Δικαιοσύνης ότι εντοπίστηκαν άλλοι 17 νόμοι οι οποίοι θα πρέπει να μελετηθούν για να αποφασιστεί κατά πόσο χρήζουν τροποποίησης.
Σημειώνω ότι όλη αυτή η εργασία επί των κειμένων των προκαταρτικών νομοσχεδίων της συγκεκριμένης φιλοσοφίας διαχωρισμού των εξουσιών που αποφάσισε το Υπουργείο Δικαιοσύνης, έγινε σε πολύ στενό χρονικά περιθώριο, γεγονός που δεν επέτρεψε στη Νομική Υπηρεσία να προβεί σε ενδελεχή έλεγχο όλων των νομικών και διαδικαστικών θεμάτων που αναφύονται στο πλαίσιο μιας τόσο μεγάλης μεταρρύθμισης. Ενδεχομένως κάποια ζητήματα των νομοσχεδίων να χρειαστεί να επαναξιολογηθούν στην πορεία.
Θα ήθελα να καταστήσω σαφές ότι, επί της ουσίας, η Νομική Υπηρεσία δεν είχε λόγο στη φιλοσοφία της μεταρρύθμισης ή τον τρόπο υλοποίησης των προαναφερθεισών συστάσεων. Είχαμε εμπεριστατωμένες εκτενείς θέσεις και απόψεις, αλλά δεν κληθήκαμε να τις καταθέσουμε πριν τη νομοπαρασκευαστική εργασία. Ενδεικτικά, η Νομική Υπηρεσία έχει προβεί σε συγκριτική μελέτη άλλων συστημάτων χωρών του κοινοδικαίου σε σχέση με το καθεστώς, τις εξουσίες, τον τρόπο διορισμού κ.λπ. του Γενικού Εισαγγελέα και του Director of Public Prosecutions ή αντίστοιχου (Αγγλία, Ιρλανδία, Αυστραλία, Καναδάς και Μάλτα) και έχει σχηματίσει άποψη επί του θέματος.
Πιστεύουμε ότι θα μπορούσαν να προταθούν εναλλακτικές προτάσεις και/ή λύσεις οι οποίες δεν θα άφηναν περιθώρια για συνταγματικές επιφυλάξεις, στις οποίες θα αναφερθώ στη συνέχεια.
Σημειώνω ότι, εξ όσων γνωρίζω, δεν έχει παρουσιαστεί εκτίμηση του μακροπρόθεσμου κόστους αυτής της μεταρρύθμισης για το Κράτος, ζήτημα που θεωρώ ότι θα πρέπει να απασχολήσει.
Επιπρόσθετα, θεωρώ ότι βαδίζουμε στα τυφλά καθότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε μελέτη που να δεικνύει ότι η προτεινόμενη μεταρρύθμιση θα λειτουργήσει αποτελεσματικότερα και/ή ότι θα επιλυθούν τα προβλήματα που η Κυβέρνηση στοχεύει να επιλύσει.
Αντιλαμβάνομαι ότι κατά καιρούς γίνεται από διάφορους επικριτές, προσπάθεια ισοπέδωσης του πολύ σημαντικού και ουσιαστικού έργου που παράγει καθημερινά η Νομική Υπηρεσία. Πολλές από τις τοποθετήσεις που διατυπώνονται, στόχο έχουν να αποδομηθεί και όχι να βελτιωθεί η οποιαδήποτε αδυναμία της Νομικής Υπηρεσίας, αφού προβάλλονται θέσεις και παραδείγματα που ουδόλως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Δυστυχώς, αυτά γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από πρόσωπα που έχουν τα δικά τους κίνητρα και επιδιώξεις.
Θα μπορούσα να απαριθμήσω αρκετούς λόγους για τους οποίους το υφιστάμενο, ενιαίο σύστημα, αποδίδει καλά στην Κύπρο, όπως αναγνωρίζουν και καθηγητές Πανεπιστημίου σε μελέτες τους. Σίγουρα, όμως, υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης και προς αυτή την κατεύθυνση ήμασταν διατεθειμένοι να εργαστούμε και ήδη εργαστήκαμε ενημερώνοντας προς τούτο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο της αξιολόγησης του Κράτους Δικαίου.
Θα δώσω κάποια παραδείγματα για να γίνει αντιληπτή η πρακτική εργασίας της Νομικής Υπηρεσίας όπου ο Τομέας Ποινικού Δικαίου, ο οποίος παρουσιάζει τις ποινικές υποθέσεις στα Δικαστήρια, αντλεί σχεδόν καθημερινά αναγκαία εμπειρογνωμοσύνη από τους υπόλοιπους Τομείς της Νομικής Υπηρεσίας, όπως είναι ο Τομέας Διεθνούς Δικαίου, ο Αστικός Τομέας ή ο Διοικητικός Τομέας, π.χ.
- όταν τα ποινικά αδικήματα στηρίζονται σε Διεθνείς Συμβάσεις και είναι απαραίτητη η ερμηνεία των Συμβάσεων αυτών, ή
- όταν ποινικά αδικήματα (π.χ. πόντιση καλωδίων και αγωγών, παράνομη έρευνα) διαπράττονται στη θάλασσα και χρειάζεται η συμβολή νομικών που εξειδικεύονται στο δίκαιο της θάλασσας, ή
- όταν εκπροσωπείται η Κυπριακή Δημοκρατία στο ΕΔΔΑ σε υποθέσεις που στρέφονται εναντίον της για ισχυριζόμενες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (π.χ. δίκαιη δίκη στο πλαίσιο ποινικής υπόθεσης, κράτηση προσώπου κ.ά.), ή
- στο πλαίσιο ερμηνείας νομοθεσίας που αφορά π.χ. στα προσωπικά δεδομένα ή στο πλαίσιο σύλληψης προσώπου για τρομοκρατία όταν το πρόσωπο αυτό είναι αιτητής ασύλου κ.τλ., ή
- ο χειρισμός συνταγματικών θεμάτων που εγείρονται ενώπιον ποινικών δικαστηρίων απαιτεί συχνά συνεργασία και συντονισμό με άλλους Τομείς της Νομικής Υπηρεσίας που παρουσιάζουν υποθέσεις είτε ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων ή σε πολιτικές υποθέσεις. Θα θέσω ως παράδειγμα την πρόσφατη εμπειρία με την πανδημία COVID-19. Εκεί, λόγω του ότι παρόμοια θέματα εγείρονταν τόσο σε ποινικές όσο και σε αστικές και διοικητικές υποθέσεις, συστήσαμε ομάδα με λειτουργούς από όλους τους Τομείς για μελέτη, δημιουργία κοινού “shared folder” για ανταλλαγή εμπειρογνωμοσύνης με τη συμβολή όλων των ειδικοτήτων, έτσι ώστε να διαμορφώνεται κοινή αντιμετώπιση ίδιων ή παρόμοιων νομικών ζητημάτων. Αυτός ο χειρισμός αδιαμφησβήτητα εμπέδωσε την κοινή αντιμετώπιση των υποθέσεων που στρέφονταν εναντίον του Κράτους σε όλα τα Δικαστήρια.
Θα ήθελα να σημειώσω ότι στο πλαίσιο της Συνταγματικής Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων που διόρισα, όλοι έχουν τοποθετηθεί εν παρόδω για τη σκοπιμότητα της μεταρρύθμισης εφόσον δεν ήταν στους όρους εντολής που τους ανατέθηκαν. Ο λόγος που η σκοπιμότητα δεν ήταν στους όρους εντολής της Επιτροπής ήταν διότι ρητά μού λέχθηκε από την Εκτελεστική Εξουσία ότι η σκοπιμότητα δεν είναι υπό συζήτηση γιατί ήδη είχε αποφασισθεί από την Κυβέρνηση. Ο κ. Αιμιλιανίδης ανέφερε ότι αν και η σύσταση της GRECO (Κεφ. 2.6) αφορούσε πρωτίστως την ανεξαρτησία και αυτονομία των δημόσιων κατηγόρων, με την προτεινόμενη συνταγματική μεταρρύθμιση δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαφοροποίηση που να ενδυναμώνει την ανεξαρτησία και αυτονομία των δημόσιων κατηγόρων. Συνεπώς, δεν επιτυγχάνεται οτιδήποτε ως προς την πλέον βασική σύσταση της GRECO. Ο κ. Πολυβίου, σημείωσε την πλήρη διαφωνία του με το περιεχόμενο των τροποποιήσεων, οι οποίες θα επιφέρουν όχι μόνο σύγχυση και χάος αλλά και σοβαρό πλήγμα κατά του κράτους δικαίου, όπως αυτό λειτουργεί μέχρι σήμερα. Ο κ. Βενιζέλος καταγράφει ότι εάν υπάρχουν αντιρρήσεις σκοπιμότητας οι οποίες είναι λειτουργικές και πολιτικές «αυτές επηρεάζουν ή δεν επηρεάζουν τη βούληση του αναθεωρητικού οργάνου». Επιπρόσθετα, επισημαίνει ότι το ζήτημα των κριτηρίων άσκησης ή μη δίωξης κινείται στο ευαίσθητο πεδίο του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Οι κυρίες Παπαγεωργίου και Χατζηχάννα σημειώνουν ότι όσον αφορά στις συστάσεις των διεθνών οργάνων, οι οποίες καταγράφονται στο Προοίμιο, αυτές μπορεί να επιτευχθούν με άλλο τρόπο και να επιφέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα χωρίς την ανάγκη τροποποίησης του Συντάγματος. Τέλος, οι δύο πρώην δικαστές, οι κ.κ. Χατζηχαμπής και Καλλής, αναφέρουν ότι δεν εξηγείται γιατί η αναδιοργάνωση της Νομικής Υπηρεσίας είναι αναγκαία για την καλύτερη και εύρυθμη λειτουργία της. Θα αναμένετο, όπως σημειώνουν, ειδική Μελέτη και Έκθεση προς τούτο και όχι απλώς μια γενική δήλωση. Επίσης, σύμφωνα με τους ίδιους, δεν εξειδικεύεται η ανάγκη για υποστήριξη της λειτουργίας του διωκτικού ρόλου με ρυθμίσεις που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις ενός σύγχρονου κράτους δικαίου.
Τέλος, θα ήθελα να σημειώσω ότι στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης μελέτης που θα μπορούσε να εκπονηθεί, ενδεχόμενα η κατάληξη να ήταν πρόταση διαχωρισμού των εξουσιών του Θεσμού ή κάποιου άλλου είδους εσωτερικός διαχωρισμός. Όμως αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει μελέτη που να καταλήγει σε ένα τεκμηριωμένο αποτέλεσμα ότι η μεταρρύθμιση που προωθείται θα βελτιώσει το υφιστάμενο σύστημα και θα επιλύσει προβλήματα.
Τα πιο πάνω αφορούν στη σκοπιμότητα. Και προχωρώ στο μείζον θέμα της συνταγματικότητας.
ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Το Γραφείο μου έχει προβεί στον νομοτεχνικό έλεγχο όλων των νομοσχεδίων τα οποία έχετε ενώπιον σας σήμερα για συζήτηση. Πρόκειται για μια δέσμη 38 νομοσχεδίων.
Όπως διαφαίνεται από τις Αιτιολογικές Εκθέσεις, κατόπιν μελέτης του θέματος και λαμβάνοντας υπόψη τα όσα εμπεριστατωμένα αναλύονται στις ξεχωριστές Γνωματεύσεις της Συνταγματικής Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων που έχω συστήσει και των δυο πρώην δικαστών, διατηρώ σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συνταγματικότητα των εν λόγω μεταρρυθμίσεων για το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα, με τον τρόπο που αυτές προτείνονται και αντανακλώνται στα νομοσχέδια.
Λόγω της θεμελιώδους σημασίας της σκοπούμενης μεταρρύθμισης θεώρησα αναγκαίο να συστήσω Συνταγματική Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων, η οποία ενήργησε συμβουλευτικά στη διαμόρφωση της δικής μου άποψης.
Η Επιτροπή απαρτιζόταν από τους κ.κ. Ευάγγελο Βενιζέλο, Πολύβιο Πολυβίου, Αχιλλέα Αιμιλιανίδη, τις κυρίες Έλενα Παπαγεωργίου και Γιάννα Χατζηχάννα, και δύο πρώην δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου, τους κ.κ. Δημήτριο Χατζηχαμπή και Παναγιώτη Καλλή. Όλοι ετοίμασαν δική τους γνωμάτευση επί των συνταγματικών πτυχών των σκοπούμενων μεταρρυθμίσεων.
Οι απόψεις των μελών της Επιτροπής και των δικαστών δεν είναι ομόφωνες. Τρία μέλη της Επιτροπής (κ.κ. Βενιζέλος, Πολυβίου και Αιμιλιανίδης) θεωρούν ότι οι μεταρρυθμίσεις είναι συνταγματικές καθότι τα νομοσχέδια περί τροποποίησης του Συντάγματος δεν χρειάζεται να επικαλεστούν ειδικούς λόγους «ανάγκης» για την αναθεώρηση συγκεκριμένων, μη θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος. Η Βουλή των Αντιπροσώπων, ως το νομοθετικό και συντακτικό όργανο της Δημοκρατίας, έχει τη δυνατότητα να τροποποιεί τα μη θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος χωρίς οποιανδήποτε συγκεκριμένη ανάγκη (του τύπου που υπήρχε στην περίπτωση Ibrahim), ενόψει της μετεξέλιξης του δικαίου της ανάγκης (βλ. Αποφάσεις Nικολάου, Κουλουντής και τη δημιουργία του Διοικητικού Δικαστηρίου). Συνεπώς, κατά την άποψή τους, δεν χρειάζεται η Βουλή των Αντιπροσώπων να αιτιολογεί ειδικά κάθε συγκεκριμένο νομοθέτημα που ψηφίζει και, κατά τον ίδιο τρόπο, δεν χρειάζεται να αιτιολογεί ειδικά και τροποποίηση μη θεμελιωδών άρθρων του Συντάγματος. Η αιτιολογία αφορά αποκλειστικά στην απουσία των Τουρκοκύπριων βουλευτών που ενεργοποιεί το δίκαιο της ανάγκης, και όχι στην αιτιολόγηση της σκοπιμότητας τροποποίησης που είναι αποκλειστική εξουσία της Βουλής των Αντιπροσώπων. Όπως δηλαδή η Βουλή δεν χρειάζεται να αιτιολογήσει ειδικά γιατί ψηφίζει ένα τυπικό νόμο, δεν χρειάζεται να αιτιολογήσει ειδικά και γιατί ψηφίζει νόμο τροποποιητικό του Συντάγματος. Ως εκ τούτου, θεωρούν ότι δεν υπάρχει πρόβλημα συνταγματικότητας με τις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις.
Τα άλλα δύο μέλη της Επιτροπής, Εισαγγελείς της Δημοκρατίας (κυρίες Παπαγεωργίου και Χατζηχάννα), διατηρούν επιφυλάξεις ως προς τη συνταγματικότητα των μεταρρυθμίσεων. Σημειώνουν ότι, παραβιάζεται το θεμελιώδες Άρθρο 112(1) του Συντάγματος, το οποίο προνοεί ρητά μόνο δύο πρόσωπα -ένα από κάθε κοινότητα- για να ασκούν τις αρμοδιότητες και εξουσίες που αφορούν στον Γενικό και τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, αμφότεροι όντες αρμόδιοι επί όλων των νομικών κρατικών θεμάτων που καταγράφονται στις επόμενες παραγράφους του Άρθρου 112. Με τον τρόπο που προτείνεται ο διαχωρισμός των εξουσιών στα νομοσχέδια, προβλέπονται τέσσερις (4) αξιωματούχοι, παραβαίνοντας, συνακόλουθα, το θεμελιώδες Άρθρο 112, το Άρθρο 182.1, και είναι ασύμβατος με τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου (κατά το γράμμα και πνεύμα αυτών), οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στο Σύνταγμα. Πρόσθετα, με αυτό τον τρόπο, παρόλο που είναι δικαίωμα του συνταγματικού νομοθέτη να τροποποιεί μη θεμελιώδη πρόνοια του Συντάγματος ως έκφραση της αντιπροσωπευτικής του λαού ιδιότητας, η Βουλή των Αντιπροσώπων περιορίζεται από το δεδομένο ότι δεν μπορεί να επεμβαίνει σε θεμελιώδεις δομές του Συντάγματος, με βάση τη θεωρία του «Basic Structure Doctrine». Στην ουσία, αυτό σημαίνει ότι παρά το γεγονός ότι ένα Κοινοβούλιο έχει τη δυνατότητα να τροποποιεί ακόμη και συνταγματικές πρόνοιες που επηρεάζουν ουσιώδη δικαιώματα, δεν μπορεί να θεσπίσει τροποποιήσεις που εκθεμελιώνουν την ίδια τη βασική δομή του Συντάγματος ή τις αρχές επί των οποίων στηρίζεται (βλ. Απόφαση Ολομέλειας στην Μιχαηλίδης, υιοθετήθηκε η θεωρία του «Basic Structure» παρά την ύπαρξη του σκληρού πυρήνα του Συντάγματος).
Συμφωνούν ότι η αυστηρή, αρχικά, προσέγγιση της νομολογίας, όπως αρχικά διατυπώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. Αναφορά Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων (1985) 3 CLR 2224 και Αναφορά 1/86), παραχώρησε τη θέση της σε μια ελαστικότερη ερμηνεία (βλ. υποθέσεις Νικολάου v. Νικολάου (1992) 1 ΑΑΔ 1338 και Γιαννάκη Κουλουντή v. Βουλής των Αντιπροσώπων (1997) 1 ΑΑΔ 1026), όπως επικαλούνται και τα άλλα τρία (3) μέλη της Επιτροπής, όμως σε κάθε περίπτωση, κατά τη γνώμη τους, οιαδήποτε ενδεχόμενη συνταγματική τροποποίηση θα πρέπει, προς όφελος της διατήρησης της συνταγματικής ισορροπίας ενός ιδιαίτερου και ιδιότυπου Συντάγματος, να αντικρίζεται με επιτήρηση των ορίων εφαρμογής του δικαίου της ανάγκης σε ό,τι αφορά στις θεμελιώδεις διατάξεις του και τη βασική δομή του. Το δίκαιο της ανάγκης δεν επιτρέπει άμεση ή έμμεση τροποποίηση θεμελιωδών άρθρων διότι εφαρμόζεται για να υποστυλώσει το Σύνταγμα και όχι για να το ανατρέψει.
Οι δυο πρώην δικαστές (Δρ Δημήτριος Χατζηχαμπής και κ. Παναγιώτης Καλλής) θεωρούν ότι οι μεταρρυθμίσεις είναι αντισυνταγματικές στο σύνολό τους. Αυτό, διότι το Προοίμιο της συνταγματικής τροποποίησης δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από τη νομολογία για επίκληση του δικαίου της ανάγκης. Δεν προκύπτουν, δηλαδή, επιτακτικές και αναπόφευκτες ανάγκες ή εξαιρετικές περιστάσεις. Επίσης, δεν υφίσταται κατάσταση η οποία καθιστά αδύνατη τη λειτουργία του Κράτους με αναφορά στα άρθρα του Συντάγματος των οποίων επιδιώκεται η τροποποίηση. Περαιτέρω, τα όσα αναφέρονται στο Προοίμιο μπορούν να αντιμετωπιστούν με άλλες εφαρμόσιμες θεραπείες και δεν μπορεί να λεχθεί ότι οι επίμαχες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για να αποφευχθούν συνέπειες που δεν μπορούσαν διαφορετικά να αποφευχθούν και οι οποίες αν συνέβαιναν θα επέφεραν πάνω στον λαό της Κύπρου αναπόφευκτο και ανεπανόρθωτο κακό. Η κατάσταση όπως περιγράφεται στο Προοίμιο μπορεί να αντιμετωπιστεί επαρκώς σύμφωνα με τις πρόνοιες του Συντάγματος.
Σε σχέση με τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για επίκληση του δικαίου της ανάγκης, οι θέσεις τους βασίζονται επί της απόφασης ορόσημο στην Attorney General of the Republic v. Ibrahim (1964) 3 C.L.R., η οποία δεν έχει ποτέ ανατραπεί και συνεχίζει, κατά τη γνώμη τους, να αποτελεί έγκυρο δίκαιο (good law). Ο διαχωρισμός των αρμοδιοτήτων του Γενικού Εισαγγελέα πρέπει να δικαιολογείται από το δίκαιο της ανάγκης. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για επίκληση του δικαίου της ανάγκης. Την ευθύνη για την υιοθέτηση οποιασδήποτε τροποποίησης μη θεμελιώδους Άρθρου του Συντάγματος φέρει η Βουλή των Αντιπροσώπων. Αλλά, αν και το επιθυμητό της τροποποιήσεως δεν ελέγχεται από το Δικαστήριο, η εφαρμογή του «Δικαίου της Ανάγκης» σε μία περίπτωση όπως η παρούσα, υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου το οποίο θα κρίνει εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις.
Οι αναλυτικές θέσεις και οι απόψεις όλων των μελών της ως άνω Επιτροπής και των δυο δικαστών έχουν αποσταλεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, ως παρατήματα στην Αιτιολογική Έκθεση των νομοσχεδίων, και αντιλαμβάνομαι ότι τώρα βρίσκονται και ενώπιον σας.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Έντιμε κύριε Πρόεδρε,
έντιμοι κυρίες και κύριοι βουλευτές,
Θέλω να επαναλάβω: Είναι ένα θέμα η ενίσχυση της ανεξαρτησίας του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και η λογοδοσία ως προς τις αποφάσεις για τις ποινικές διώξεις, και άλλο θέμα ο τρόπος με τον όποιο οι στόχοι αυτοί θα επιτευχθούν.
Ο εκσυγχρονισμός του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας είναι θεμιτός, αλλά χωρίς να υπεισέρχεται ορατός κίνδυνος να τύχουν αμφισβήτησης πολλές τροποποιήσεις που έγιναν, μέχρι σήμερα, επ’ ονόματι του δικαίου της ανάγκης από το 1964 και εντεύθεν, θέτοντας σε κίνδυνο την πολιτική πτυχή του όλου ζητήματος που είναι άμεσα συνδεδεμένο με τη διατήρηση του Συντάγματος και της Κυπριακής Πολιτείας.
Ειδικότερα, κατά το έτος 2025, μετά από εξήντα πέντε (65) και πλέον έτη από την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία λειτουργεί με βάση το Δίκαιο της Ανάγκης και είναι διεθνώς αναγνωρισμένη, επιχειρείται σήμερα τροποποίηση διατάξεων που επηρεάζουν άμεσα το δικοινοτικό στοιχείο που αποτελεί βασικό και θεμελιώδη πυρήνα του Συντάγματος.
Οι δικοινοτικές διαταραχές ξεκίνησαν το 1963, ενώ στις 10 Νοεμβρίου του 1964, το τότε ενιαίο Ανώτατο Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας εξέδωσε την πιο σημαντική απόφαση που εκδόθηκε ποτέ στην Κύπρο, στον τομέα του Συνταγματικού Δικαίου, στην υπόθεση Attorney General of the Republic v. Mustafa Ibrahim and Others (1964) CLR 195. Με σκοπό την αντιμετώπιση της συνταγματικής κρίσης, ψηφίστηκε ο Ν. 33/1964 (ο περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμος του 1964), μόνο από τους Ελληνοκύπριους βουλευτές. Με τον νόμο εκείνο, ενοποιούνταν τα δύο Ανώτατα Δικαστήρια (Ανώτατο Συνταγματικό και Ανώτατο Δικαστήριο) σε ένα ενιαίο Ανώτατο Δικαστήριο και εισήχθησαν διάφορες άλλες διατάξεις στο δικαιϊκό μας σύστημα. Με τον νόμο εκείνο καταργείτο, μεταξύ άλλων, η πρόνοια ότι οι Τουρκοκύπριοι θα έπρεπε να δικάζονται από Τουρκοκύπριους Δικαστές και οι Ελληνοκύπριοι από Ελληνοκύπριους Δικαστές.
Σήμερα, η θέση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας που ανήκει, δυνάμει του Συντάγματος, σε Τουρκοκύπριο (δεδομένου ότι ο Γενικός Εισαγγελέας είναι Ελληνοκύπριος), πληρείται από Ελληνοκύπριο λόγω του δικαίου της ανάγκης. Αυτό όμως είναι διαφορετικό από να επιχειρείται με συνταγματική τροποποίηση η εγκαθίδρυση ενός νέου Θεσμού, ο οποίος αναλαμβάνει τις ποινικές αρμοδιότητες του υφιστάμενου Θεσμού του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και να προνοείται στον παρόντα χρόνο, η δημιουργία θέσης Βοηθού Γενικού Δημοσίου Κατήγορου η οποία ανήκει στην άλλη κοινότητα (την Τουρκοκυπριακή) και να πληρείται με βάση το δίκαιο της ανάγκης από Ελληνοκύπριο τη στιγμή που η ύπαρξη της «ανάγκης» είναι υπαρκτή και γνωστή κατά τη θέσπιση της συνταγματικής τροποποίησης. Αυτό διότι η απομάκρυνση από το συνταγματικό πλαίσιο, υποσκάπτει τα θεμέλια της Πολιτείας και κλονίζει το κράτος δικαίου. Η ύπαρξη και προάσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας σήμερα, στηρίζεται στο δίκαιο της ανάγκης, το οποίο θα πρέπει να διαφυλαχθεί ως «κόρη οφθαλμού» με σκοπό τη συνέχιση της ακεραιότητας του Κράτους, μακριά από τροποποιήσεις που επηρεάζουν περαιτέρω το δικοινοτικό στοιχείο.
Σήμερα, οι έκτακτες περιστάσεις δεν αφορούν πλέον στην αδυναμία της Κυπριακής Πολιτείας να λειτουργήσει υπό τη δικοινοτική δομή, αλλά την αδυναμία της να εφαρμόσει αποτελεσματικά σε όλη την επικράτειά της το Σύνταγμα στο σύνολό του. Με την προτεινόμενη συνταγματική τροποποίηση, η Δημοκρατία επιβαρύνεται με μια επιπρόσθετη ανασφάλεια, εάν ο νέος θεσμός του Γενικού Δημόσιου Κατήγορου και του Βοηθού Γενικού Δημόσιου Κατήγορου που θα λαμβάνουν τις αποφάσεις των ποινικών διώξεων είναι εντός του πλαισίου του Συντάγματος.
Οι εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας εμπεριέχονται στον ίδιο τον όρο, ο οποίος είναι συγκεκριμένος και προϋπήρχε της εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ με το Σύνταγμα του 1960 καθορίστηκαν ρητά οι αρμοδιότητές του, οι οποίες αντικατοπτρίζουν το βαρυσήμαντο του ρόλου του, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την πάγια νομολογία των Δικαστηρίων.
Η όποια συνταγματική τροποποίηση δεν πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να επηρεάζει βασικές δομές/θεσμούς του Συντάγματος που αγγίζουν και/ή επηρεάζουν θεμελιώδη δικαιώματα και/ή την κρατική υπόσταση. Η συνταγματική τροποποίηση για το ζήτημα του διαχωρισμού των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας με τον τρόπο που προτείνεται είναι δραστική. Μια τέτοια τροποποίηση δυνατό να θίγει τον πυρήνα και τη βάση του Συντάγματος του 1960, όπως αυτό συντάχθηκε.
Την ευθύνη για την υιοθέτηση οποιασδήποτε τροποποίησης μη θεμελιώδους Άρθρου του Συντάγματος φέρει η Βουλή των Αντιπροσώπων. Αλλά, αν και το «επιθυμητό» της τροποποιήσεως δεν ελέγχεται από το Δικαστήριο, η εφαρμογή του «δικαίου της ανάγκης» σε μια περίπτωση όπως η παρούσα, πλήττει, κατά την κρίση μου, το θεμελιώδες Άρθρο 112.1 του Συντάγματος, το οποίο προνοεί μόνο δύο (2) αξιωματούχους, αμφότεροι στη θέση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, όχι όμως για να μοιράζουν μεταξύ τους τις νομικές αρμοδιότητες που απαριθμούνται σε μη θεμελιώδη άρθρα, αλλά για να υπάρχει ένας εξ’ εκάστης κοινότητας λόγω του δικοινοτικού χαρακτήρα που υπάρχει στο Σύνταγμα, αμφότεροι όντες αρμόδιοι επί όλων των καθοριζόμενων αρμοδιοτήτων. Σε κάθε περίπτωση, το θεμελιώδες Άρθρο 112.1 του Συντάγματος απορρέει από τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου και ιδιαίτερα το άρθρο 12 αυτών, που είναι ερμηνευτικά καθοδηγητικές σύμφωνα με τα Άρθρα 149(β) και 180.2 του Συντάγματος και δεσμεύουν τη Δημοκρατία.
Πρόσθετα, κρίνω ότι επηρεάζεται η βασική δομή του Συντάγματος «Basic Structure Doctrine» όπως διαμορφώθηκε από τον συντακτικό νομοθέτη. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, το δικαίωμα του νομοθέτη να τροποποιεί το Σύνταγμα, περιορίζεται από το δεδομένο ότι δεν μπορεί να επεμβαίνει σε θεμελιώδεις δομές του Συντάγματος και δεν μπορεί να θεσπίσει τροποποιήσεις που εκθεμελιώνουν την ίδια τη βασική δομή του Συντάγματος ή τις αρχές επί των οποίων στηρίζεται. Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, επηρεάζεται ο πυρήνας του νοήματος του κειμένου του Συντάγματος με τρόπο που ουσιαστικά αντικαθιστά τον συντακτικό νομοθέτη και αλλάζει τη βούλησή του. Αυτό, διότι το Σύνταγμα στο Μέρος VI προβλέπει τρείς (3) μόνο αξιωματούχους (Γενικός Εισαγγελέας, Γενικός Ελεγκτής, Γενικός Λογιστής) με τους Βοηθούς για να ασκούν τα συγκεκριμένα συνταγματικά καθήκοντα.
Μέχρι σήμερα, δεν επιχειρήθηκε οποιαδήποτε τροποποίηση του Συντάγματος που να επηρεάζει τα θεμελιώδη Άρθρά του ούτε ακόμα και στην περίπτωση της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως αναφέρει ο καθηγητής Κωνσταντίνος Κόμπος στο σύγγραμμά του “The Doctrine of Necessity in Constitutional Law”[1], σελ. 234, ως προς τη συμπερίληψη του Άρθρου 1Α του Συντάγματος, με την οποία υιοθετείται η αρχή της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου.
Σε σχέση με τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για επίκληση του δικαίου της ανάγκης, οι θέσεις βασίζονται επί της απόφασης ορόσημο στην Attorney General of the Republic v. Ibrahim (1964) 3 C.L.R., η οποία δεν έχει ποτέ ανατραπεί και συνεχίζει να αποτελεί έγκυρο δίκαιο (good law). Παρόλο δε που πράγματι υπήρξε ελαστικότητα σε σχέση με μεταγενέστερες συνταγματικές τροποποιήσεις, ιδίως ως προς το ενωσιακό δίκαιο, οι αρχές επί των οποίων στηρίζεται η Κυπριακή Πολιτεία στη βάση του δικαίου της ανάγκης επικεντρώνονται, μέχρι σήμερα, στην κάλυψη του κενού και στην επίλυση των επακόλουθων προβλημάτων που προκύπτουν από το κενό αυτό. Οι εδώ προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις, κατά την άποψή μου, δεν φαίνεται να δικαιολογούνται από το δίκαιο της ανάγκης καθότι το δίκαιο της ανάγκης αποτελεί ύστατο μέτρο για την αντιμετώπιση καταστάσεων που καθιστούν αντικειμενικά αδύνατη τη συνέχιση της λειτουργίας των οργάνων της Πολιτείας κατά τρόπο ασύμφωνο με τις συνταγματικές διατάξεις, σε καμία όμως περίπτωση δεν συνιστά μέτρο παράκαμψης των προνοιών του Συντάγματος, ούτε διέξοδο από τις περιοριστικές του διατάξεις. Σε κάθε περίπτωση, το Δίκαιο της Ανάγκης δεν επιτρέπει άμεση ή έμμεση τροποποίηση θεμελιωδών άρθρων διότι εφαρμόζεται για να υποστυλώσει το Σύνταγμα, όχι για να το ανατρέψει. Έχω ισχυρή άποψη ότι σήμερα, ενόσω η Κυπριακή Δημοκρατία λειτουργεί τόσο σε πολιτειακό επίπεδο όσο και σε επίπεδο εκτελεστικής, δικαστικής και νομοθετικής εξουσίας με βάση το δίκαιο της ανάγκης, σκοπός του οποίου είναι η υποστύλωση του Κράτους και όχι η κατάργησή του, είναι ιδιαίτερα επισφαλές, κατά την κρίση μου, η νομοθετική εξουσία να προχωρήσει και να προβλέψει νέες – δικοινοτικές- θέσεις στο Σύνταγμα σε καιρό που η ίδια η Δημοκρατία επικαλείται το δίκαιο της ανάγκης για να παραμένουν ανεφάρμοστες οι δικοινοτικές διατάξεις που περιέχονται σε αυτό ή να πληρωθούν από Ελληνοκύπριους με βάση το δίκαιο της ανάγκης. Δηλαδή, από τη μια επικαλούμαστε το δίκαιο της ανάγκης για να μην εφαρμόζουμε δικοινοτικές διατάξεις που προβλέπονται στο Σύνταγμα και οι οποίες δεν μπορούν να εφαρμοστούν υπό τις παρούσες συνθήκες που επικρατούν στη χώρα μας και, από την άλλη, ταυτόχρονα επικαλούμαστε το δίκαιο της ανάγκης για να επιφέρουμε νέες συνταγματικές – δικοινοτικές τροποποιήσεις επί του Συντάγματος, οι οποίες πάλι δεν μπορούν να εφαρμοστούν πρακτικά.
Η νομολογία όπως αποκρυσταλλώθηκε στις υποθέσεις Νικολάου v. Νικολάου (1992) 1 ΑΑΔ 1338 και Γιαννάκη Κουλουντή v. Βουλής των Αντιπροσώπων (1997) 1 ΑΑΔ 1026, Έφεση 99/2016, Χαραλαμπίδης Χαρίλαος κ.α ν Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων κ.ά, ημερ. 4.4.18, κατά τη γνώμη μου, δεν έχει μεταβάλει τις αρχές και τα κριτήρια του Δικαίου της Ανάγκης, ως αυτά τέθηκαν από την απόφαση Ibrahim. Αυτό επιβεβαιώνεται τόσο από τη θέση των δύο πρώην δικαστών όσο και από τα όσα αναφέρειστο, μεταγενέστερο των πιο πάνω αποφάσεων, σύγγραμμά του «Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, Θεωρία, Οργάνωση και Πράξη[2]», το 2021, ο καθηγητής Κωνσταντίνος Κόμπος, όπου επιβεβαιώνει ότι, «Η μη μεθοδική εφαρμογή του Δικαίου της Ανάγκης και των κριτηρίων της Ibrahim εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους, καθώς δύναται να οδηγήσει σε αβεβαιότητα και αμφιβολία των ορίων του Δικαίου της Ανάγκης. Η απόφαση Ibrahim πρέπει να αποτελεί το πραγματικό σημείο αναφοράς των δικαστηρίων κάθε φορά που γίνεται επίκληση του Δικαίου της Ανάγκης, ενώ παράλληλα αποτελεί και αδήριτη ανάγκη η επιστροφή στην αρχική σύλληψη του Δικαίου της Ανάγκης και των σχετικών κριτηρίων. Δεν αρκεί η απλή αναφορά στην Ibrahim, αλλά απαιτείται η πλήρης εφαρμογή του σκεπτικού της». (υπογράμμιση δική μου)
Καταληκτικά, στη βάση των όσων ανωτέρω αναφέρω, διατηρώ σοβαρότατες αμφιβολίες και επιφυλάξεις ως προς τη συνταγματικότητα των μεταρρυθμίσεων που προτείνονται από την Εκτελεστική Εξουσία σε σχέση με τον Θεσμό του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ως Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας σήμερα, και προασπιστής της νομιμότητας, του Κράτους Δικαίου και του Δημοσίου Συμφέροντος, θεωρώ καθήκον μου, τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο, να επισημάνω τους ορατούς συνταγματικούς κινδύνους που δυνατόν να προκύψουν σε περίπτωση που ψηφιστούν τα προτεινόμενα νομοσχέδια με τεράστιες, ανυπέρβλητες θα έλεγα, αρνητικές συνέπειες σε περίπτωση επιτυχούς αμφισβήτησης της συνταγματικότητάς τους και ανοίγματος του δρόμου για τροποποίηση/μεταβολή της βασικής δομής του Συντάγματος του 1960.
Έντιμε κύριε Πρόεδρε,
έντιμοι κυρίες και κύριοι βουλευτές,
Βρισκόμαστε μπροστά στην πιο σοβαρή συνταγματική τροποποίηση από την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Έχω πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι τόσο ο Εξοχότατος Πρόεδρος της Δημοκρατίας όσο και τα πλείστα πολιτικά κόμματα αλλά και η διαμορφωθείσα από διάφορους παράγοντες κοινή γνώμη, έχουν πολιτικά αποφασίσει ότι ενδείκνυνται οι συνταγματικές τροποποιήσεις που επιχειρούνται από το σύνολο των υπό συζήτηση νομοσχεδίων. Πλην όμως το ιδιάζον Κυπριακό Σύνταγμα, η δικοινοτικότητά του και η τεράστια σημασία του να μην οδηγηθούμε σε πολιτικές «περιπέτειες», ιδίως σε περίοδο προσπάθειας επίλυσης του Κυπριακού Προβλήματος, επιβάλλει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ιδιαίτερη φειδώ και προσοχή. Δεν έχουμε την πολυτέλεια π.χ. της Μάλτας να διαφοροποιήσουμε κατά βούληση το Σύνταγμά μας.
Τελειώνοντας, θέλω να καταστήσω σαφές ότι, η περίοδος που απομένει μέχρι την ολοκλήρωση της δικής μου θητείας είναι τέτοια που οι όποιες τυχόν αλλαγές δεν θα με επηρεάσουν προσωπικά. Αλλά ως ο φορέας του υπέρτατου θεσμού του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και ως ο νομικός σύμβουλος του Κράτους, δεν μου επιτρέπεται να μην θέσω ενώπιον σας τους σοβαρούς προβληματισμούς και ανησυχίες μου. Η τελική απόφαση είναι δική σας στο αν θα ψηφίσετε τα νομοσχέδια ή όχι στην παρούσα τους μορφή. Βεβαίως, όλοι αναγνωρίζουμε ότι τον τελικό λόγο για τη συνταγματικότητα ή όχι των νόμων (εάν ψηφιστούν), τον έχει το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο.
[1] Sakkoulas, Athens- Thessaloniki, 2015.
[2] Νομική Βιβλιοθήκη, 2021, σελ. 351.
(ΜΛ/KA)
Ίσως σας ενδιαφέρουν και αυτά
- Ομιλία του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ. Γιώργου Λ. Σαββίδη κατά την παρουσίαση του Προϋπολογισμού της Νομικής Υπηρεσίας για το έτος 2026 ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού
- Ομιλία του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ. Γιώργου Λ. Σαββίδη στο Συνέδριο Ακαδημίας Νομικής Υπηρεσίας: «Ιστορική εξέλιξη, Προοπτικές και Προκλήσεις για τον Θεσμό του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας»
- Χαιρετισμός του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στην επετειακή εκδήλωση για τη συμπλήρωση 70 χρόνων από την ίδρυση του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου
- Χαιρετισμός του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ. Γιώργου Λ. Σαββίδη στην τελετή αποφοίτησης της Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Λευκωσίας
- Οπτικογραφημένος χαιρετισμός του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Προέδρου του Νομικού Συμβουλίου κ. Γιώργου Λ. Σαββίδη κατά την παρουσίαση των νεοεγγραφέντων Δικηγόρων στο Ανώτατο Δικαστήριο