Μεταφορά στο κεντρικό περιεχόμενο
  • Υπηρεσία Cy Login
Λογότυπο Gov.cy
  • Chatbot Icon Ρωτήστε τον ψηφιακό βοηθό
  • EL
  • Μενού
  • EL
  • Υπηρεσίες
  • Ιστοσελίδες
  • Επικαιρότητα
  • Κυβέρνηση
  1. Αρχική
  2. Επικαιρότητα

Ομιλία της Επιτρόπου Νομοθεσίας στην παρουσίαση με θέμα: «Το Κυπριακό Νομικό Σύστημα και ο ρόλος του Γραφείου Επιτρόπου Νομοθεσίας»

Από:

  • Γραφείο Επιτρόπου Νομοθεσίας
28/08/25 16:07  |  Ομιλία / Διάγγελμα  |  Επίτροποι
NOMOTHESIAS_ZANNETOU

Το δίκαιο δεν είναι μόνο ένα σύνολο κανόνων· είναι ο θεμέλιος λίθος της δημοκρατικής τάξης και ο καθρέφτης των ιστορικών, κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών κάθε κράτους. Στην Κύπρο η έννομη τάξη έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που αξίζουν προσοχής, ιδίως σε σχέση με το Σύνταγμα του 1960, την ευρωπαϊκή της πορεία και τις τρέχουσες μεταρρυθμίσεις στη δικαιοσύνη.

Ας ταξιδέψουμε, λοιπόν, λίγο πίσω στον χρόνο.

Α. Θεμελιώδεις Αρχές και βασικά χαρακτηριστικά του Κυπριακού Συντάγματος

Στις 16 Αυγούστου του 1960 η Κύπρος έπαψε να αποτελεί βρετανική αποικία και ανακηρύχθηκε σε Ανεξάρτητη Δημοκρατία. Το νέο Σύνταγμα αποτέλεσε το θεμέλιο του νεοσύστατου κράτους, καρπός των συμφωνιών. Πρόκειται για ένα από τα πιο εκτενή, πολύπλοκα, αλλά και άκαμπτα Συντάγματα του κόσμου, με 199 άρθρα και τρία Παραρτήματα. Στο Παράρτημα 3 μάλιστα περιλαμβάνονται 27 θεμελιώδη άρθρα, τα οποία δεν μπορούν να αναθεωρηθούν ούτε να τροποποιηθούν –γεγονός που περιορίζει την προσαρμοστικότητα του συνταγματικού μας πλαισίου.

Το Σύνταγμα της Κύπρου έχει χαρακτηρισθεί ως ένα από τα αυστηρότερα συντάγματα που υπάρχουν στο κόσμο. Λέγοντας αυστηρό σύνταγμα εννοούμε το Σύνταγμα, του οποίου οι διατάξεις δεν μπορούν να τροποποιηθούν, καταργηθούν ή θεσπισθούν με τον τρόπο που τροποποιούνται, καταργούνται ή θεσπίζονται οι νόμοι του Κράτους.

Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά των περισσότερων συνταγμάτων είναι η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία απουσιάζει από το Κυπριακό Σύνταγμα και αντικαθίσταται από τη δυαδική αρχή. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι η δυαδική αρχή υπερέχει στο κυπριακό σύστημα, εφόσον διακρίνεται έντονα μία προσπάθεια αναλογικής εκπροσώπησης των δύο κοινοτήτων, της ελληνικής κοινότητας του 80% και της τουρκικής μειονότητας του 18%, σε όλα τα σώματα και στην κυβερνητική μηχανή.

Το Σύνταγμα δεν μιλά για έναν ενιαίο «κυπριακό λαό». Αντίθετα, αναφέρεται ξεκάθαρα σε δύο κοινότητες: την ελληνική κοινότητα και την τουρκική κοινότητα. Αυτός ο κάθετος διαχωρισμός δεν ήταν τυχαίος. Αντικατόπτριζε τις πολιτικές ισορροπίες της εποχής και είχε στόχο να διασφαλίσει ότι και οι δύο κοινότητες θα συμμετείχαν στη διακυβέρνηση του νέου κράτους. Για παράδειγμα, ο Πρόεδρος έπρεπε να είναι Έλληνας, ενώ ο Αντιπρόεδρος Τούρκος, και ο καθένας εκλεγόταν χωριστά από την κοινότητά του. Ακόμα και στη δημόσια υπηρεσία, στον στρατό και στα σώματα ασφαλείας υπήρχαν αυστηρές ποσοστώσεις.

Αυτή η δομή, βέβαια, έδινε ιδιαίτερη βαρύτητα στη συνεταιρική λογική του κράτους. Στην πράξη όμως το έκανε και δύσκαμπτο, αφού πολλές αποφάσεις απαιτούσαν τη συναίνεση και των δύο πλευρών, γεγονός που συχνά οδηγούσε σε αδιέξοδα.

Και εδώ ερχόμαστε στο δεύτερο βασικό σημείο: την απουσία της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας. Σε αντίθεση με άλλα συντάγματα, το Κυπριακό Σύνταγμα δεν αναφέρει τη λέξη «λαός» ούτε μιλά για «λαϊκή κυριαρχία». Η παραδοσιακή έννοια ότι η εξουσία πηγάζει από τον λαό αντικαταστάθηκε από τη λεγόμενη δυαδική αρχή, δηλαδή την ισότιμη παρουσία και συμμετοχή των δύο κοινοτήτων.

Ο λόγος γι’ αυτή την ιδιαιτερότητα ήταν ότι το Σύνταγμα του 1960 ήταν ουσιαστικά δοτό, δηλαδή δεν προήλθε μέσα από μια διαδικασία λαϊκής βούλησης ή δημοψήφισμα, αλλά ήταν προϊόν διεθνών συμφωνιών και συμβιβασμών. Έτσι, στο επίκεντρο δεν τοποθετήθηκε η έννοια του ενιαίου κυπριακού λαού, αλλά η ανάγκη για ισορροπία μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

Αυτό το θεσμικό κενό –η απουσία της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας– είχε και τις συνέπειές του. Διότι ένα κράτος χωρίς σαφή αναφορά στον λαό ως πηγή εξουσίας δυσκολεύεται να καλλιεργήσει την αίσθηση της ενότητας και της συλλογικής ταυτότητας.

Συνεπώς, αν δούμε μαζί τον δικοινοτικό χαρακτήρα και την απουσία λαϊκής κυριαρχίας, καταλαβαίνουμε καλύτερα τόσο τις δυνατότητες όσο και τις αδυναμίες του Κυπριακού Συντάγματος. Από τη μια πλευρά, αποτέλεσε μια προσπάθεια να συμβιώσουν ειρηνικά δύο κοινότητες με διαφορετικά συμφέροντα. Από την άλλη, στέρησε από τη Δημοκρατία ένα από τα πιο θεμελιώδη στοιχεία κάθε πολιτεύματος: την ξεκάθαρη αναφορά ότι η εξουσία ανήκει στον λαό.

1. Κράτος Δικαίου και αρχή διάκρισης των Εξουσιών

Σειρά διατάξεων του Συντάγματος καθιερώνει το κράτος δικαίου και το κράτος νόμου. Υπάρχει κράτος δικαίου, γιατί το κράτος στην άσκηση της κρατικής εξουσίας αυτοπεριορίζεται από κανόνες δικαίου. Σημαντικό τμήμα των εν λόγω κανόνων δικαίου είναι οι κανόνες περί προστασίας των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Η Κυπριακή Δημοκρατία, από την ίδρυσή της, αντιμετώπισε σοβαρές προκλήσεις όσον αφορά τη διακυβέρνηση και την εφαρμογή του δικαίου. Οι κρίσεις του 1963-64 ανέδειξαν την ανάγκη ύπαρξης ενός κράτους δικαίου, στο οποίο η εξουσία ασκείται με κανόνες και θεσμούς που διασφαλίζουν τη δημοκρατία και τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών. Το ισχύον δίκαιο, με πυρήνα το Σύνταγμα, ορίζει την ιεραρχία των κανόνων και καθιερώνει την υποχρέωση της πολιτείας να λειτουργεί εντός των ορίων του νόμου, προασπίζοντας παράλληλα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τις ατομικές ελευθερίες.

Στην Κυπριακή Δημοκρατία, το κράτος δικαίου στηρίζεται σε τέσσερα βασικά δομικά στοιχεία: πρώτον, τη διάκριση των εξουσιών (που θα αναλύσουμε στη συνέχεια)· δεύτερον, την αρχή της νομιμότητας· τρίτον, την κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών· και τέταρτον, ένα ασφαλές και δίκαιο σύστημα δικαστικής προστασίας.

Για παράδειγμα, το Σύνταγμα καθορίζει ξεκάθαρα τα όργανα που ασκούν κάθε εξουσία: η νομοθετική εξουσία ανήκει στη Βουλή των Αντιπροσώπων, η εκτελεστική στον Πρόεδρο και το Υπουργικό Συμβούλιο, και η δικαστική στα ανώτατα δικαστήρια. Η αρχή της νομιμότητας εξασφαλίζει ότι η διοίκηση δεσμεύεται από τους νόμους και δεν ενεργεί κατά βούληση, ενώ η κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων προστατεύει τον πολίτη από τυχόν υπέρμετρη κρατική παρέμβαση.

Κεντρικό στοιχείο του κράτους δικαίου είναι η απονομή της δικαιοσύνης. Η απονομή της δικαιοσύνης αποτελεί όχι μόνο πυλώνα της δημοκρατίας, αλλά και μέτρο αξιολόγησης της ίδιας της λειτουργίας της. Για δεκαετίες το κυπριακό δικαστικό σύστημα αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα καθυστερήσεων και δυσλειτουργιών, γεγονός που υπονόμευε την εμπιστοσύνη των πολιτών. Τα τελευταία χρόνια όμως έγιναν αρκετές μεταρρυθμίσεις στον τομέα αυτό, τις οποίες θα δούμε στη συνέχεια, και οι οποίες στόχευαν στην ενδυνάμωση του κράτους δικαίου, όσον αφορά την απονομή της δικαιοσύνης στην Κύπρο.

Αρχή διάκρισης των Εξουσιών

Μία από τις σημαντικότερες αρχές που διέπουν κάθε δημοκρατικό πολίτευμα είναι η αρχή της διάκρισης των εξουσιών.

Ο Γάλλος φιλόσοφος Montesquieu, στο έργο του «Το πνεύμα των νόμων», τόνισε ότι για να προστατεύονται οι ελευθερίες των πολιτών, η εξουσία πρέπει να μοιράζεται. Συγκεκριμένα, οι τρεις βασικές εξουσίες –η νομοθετική, η εκτελεστική και η δικαστική– πρέπει να ασκούνται από διαφορετικά όργανα και διαφορετικά πρόσωπα. Εξήγησε επίσης ότι, επειδή όποιος έχει εξουσία τείνει να την καταχραστεί, χρειάζεται η μία εξουσία να συγκρατεί την άλλη.

Αυτή η ιδέα είναι θεμελιώδης και στο Κυπριακό Σύνταγμα. Αν και δεν υπάρχει συγκεκριμένο άρθρο που να αναφέρει ρητά την αρχή αυτή, είναι διάχυτη σε διάφορα σημεία του Συντάγματος.

Με το Σύνταγμα του 1960, το οποίο τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα 21 φορές κατ’ επίκληση του δικαίου της ανάγκης, ιδρύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία. Στο Σύνταγμα καθιερώθηκε η σαφής διάκριση των τριών εξουσιών –εκτελεστικής, νομοθετικής και δικαστικής– με κάποιες ιδιαιτερότητες λόγω του δικοινοτικού χαρακτήρα του.

Στην Απόφαση Αναφορά 1/2015 (Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, 3/12/2015), το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε με σαφήνεια ότι «η αρχή της διάκρισης των εξουσιών είναι διάχυτη στο Κυπριακό Σύνταγμα και κατοχυρώνεται απ’ αυτό». Η απόφαση ξεκαθαρίζει ότι η μία εξουσία απαγορεύεται να επεμβαίνει στον τομέα αποκλειστικής αρμοδιότητας της άλλης.

Οι τρεις εξουσίες που αναγνωρίζει το Σύνταγμα είναι η εκτελεστική, η νομοθετική και η δικαστική.

Ας τις δούμε αναλυτικά:

  • Η Βουλή των Αντιπροσώπων ασκεί τη νομοθετική εξουσία. Θεσπίζει γενικούς και απρόσωπους κανόνες δικαίου. Δεν ρυθμίζει συγκεκριμένες ή ατομικές περιπτώσεις και δεν ασκεί εκτελεστική εξουσία ή διοικητική λειτουργία. Η δουλειά της είναι να καθορίζει το γενικό νομοθετικό πλαίσιο, στο οποίο κινείται η εκτελεστική εξουσία. Το Σύνταγμα, στο άρθρο 61, αναφέρει ρητά ότι «η νομοθετική εξουσία της Δημοκρατίας ασκείται εν παντί θεμάτι από τη Βουλή των Αντιπροσώπων».
  • Η εκτελεστική εξουσία ανήκει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας, στους δύο από κοινού, στο Υπουργικό Συμβούλιο, στους Υπουργούς και στους δημοσίους υπαλλήλους. Το Σύνταγμα δηλαδή καθορίζει τα όργανα, τα οποία έχουν αρμοδιότητα για το σύνολο της εκτελεστικής εξουσίας.
  • Η δικαστική εξουσία ασκείται από χωριστά όργανα. Το Σύνταγμα αναθέτει την άσκηση της δικαστικής εξουσίας στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και στο Ανώτατο Δικαστήριο.

Όμως, εδώ πρέπει να σημειώσουμε κάτι κρίσιμο: στην Κύπρο η διάκριση των εξουσιών δεν είναι απόλυτη. Παρά το ότι ο συνταγματικός νομοθέτης θέλησε να αποφύγει αυθαιρεσίες και κακοδιαχείριση, το ίδιο το Σύνταγμα προνοεί για σημεία όπου οι τρεις εξουσίες συνεργάζονται και αλληλοσυμπληρώνονται.

Να αναφέρουμε χαρακτηριστικά ότι οι νόμοι που ψηφίζει η Βουλή υπόκεινται σε Αναπομπή ή Αναφορά που ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στην περίπτωση της Αναφοράς αποφασίζει τελικά το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (Άρθρο 140 του Συντάγματος). Έτσι βλέπουμε την αλληλεπίδραση νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας.

Να σημειώσουμε πρόσθετα ότι το άρθρο 80 του Συντάγματος προβλέπει ότι οι προτάσεις νόμου που καταθέτουν οι βουλευτές δεν μπορούν να επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ με νεότερη απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι μπορεί η Βουλή με πρόταση νόμου να μειώσει τα έσοδά του κρατικού προϋπολογισμού.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα συνεργασίας είναι ο κρατικός προϋπολογισμός: κατατίθεται από την εκτελεστική εξουσία με τη μορφή νομοσχεδίου, αλλά εγκρίνεται από τη Βουλή. Το ίδιο ισχύει και για τους προϋπολογισμούς των ημικρατικών οργανισμών. Μέσω αυτής της διαδικασίας, η Βουλή ασκεί κοινοβουλευτικό έλεγχο στην εκτελεστική εξουσία, διασφαλίζοντας ότι το δημόσιο χρήμα δαπανάται με διαφάνεια και χρηστή διοίκηση.

2. Το Δίκαιο της Ανάγκης

Ο Smith περιέγραψε το κυπριακό Σύνταγμα ως έναν «διάλογο μεταξύ ενός συνταγματολόγου και ενός μαθηματικού». Με άλλα λόγια, πρόκειται για ένα Σύνταγμα περίπλοκο, δύσκαμπτο και συχνά προβληματικό.

Ένα από τα πιο σημαντικά κεφάλαια της κυπριακής συνταγματικής ιστορίας είναι η αρχή του Δικαίου της Ανάγκης.

Μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960, οι εξελίξεις οδήγησαν γρήγορα σε αδιέξοδο. Το πρόβλημα της λειτουργικότητας κορυφώθηκε με τα δραματικά γεγονότα του 1963-1964, που απείλησαν με αποτελμάτωση τη λειτουργία του κράτους, και της εκτελεστικής εξουσίας, με την αποχώρηση του Αντιπροέδρου και των Τούρκων βουλευτών από το νομοθετικό σώμα. Παράλληλα, δημιουργήθηκε κενό στη λειτουργία των δύο Ανωτάτων Δικαστηρίων με την παραίτηση, το 1963, του τότε προέδρου του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, και τη μη ανάληψη των καθηκόντων του από τον ξένο δικαστή που επελέγη να τον αντικαταστήσει, καθώς και την παραίτηση του ξένου προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Έπρεπε λοιπόν να βρεθεί επειγόντως μια «νομική φόρμουλα» για τη σωτηρία της δημόσιας τάξης. Και η λύση βρέθηκε με το Δίκαιο της Ανάγκης. Το 1964, με τον Νόμο 33/64, εμφανίστηκε στο προσκήνιο ως από μηχανής θεός, το Δίκαιο της Ανάγκης, το οποίο είχε ως στόχο την αντιμετώπιση του κενού που δημιουργήθηκε και τη σωτηρία του κράτους. Σκοπός του Δικαίου της Ανάγκης, όπως εισάχθηκε στην κυπριακή έννομη τάξη, ήταν ακριβώς αυτός: να διασφαλίσει τη συντήρηση του Κυπριακού Συντάγματος και την επιβίωση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Θεμελιακό σταθμό για την εφαρμογή του Δικαίου της Ανάγκης αποτέλεσε η ιστορική απόφαση The Attorney-General of the Republic v. Mustafa Ibrahim and Others (1964) 1 CLR 195.

Εκεί το Ανώτατο Δικαστήριο, επικαλούμενο τη ρωμαϊκή αρχή «salus populi suprema lex esto» –δηλαδή «η σωτηρία του λαού είναι ο υπέρτατος νόμος»– έκρινε ότι το Δίκαιο της Ανάγκης δεν είναι εξωσυνταγματικό. Αντίθετα, είναι εγγενές σε κάθε σύστημα δικαίου και μπορεί να εφαρμοστεί όταν υπάρχει αδήριτη και επιτακτική ανάγκη. Με την απόφαση αυτή, οι δικαστές επικύρωσαν τον Περί Απονομής της Δικαιοσύνης Νόμο 33 του 1964, επικαλούμενοι το Δίκαιο της Ανάγκης. Έτσι, αναγνώρισαν ότι σε εξαιρετικές περιστάσεις το κράτος μπορεί να παρεκκλίνει προσωρινά από θεμελιώδεις ρυθμίσεις του Συντάγματος, προκειμένου να επιβιώσει.

Για να μπορεί όμως να τεθεί σε εφαρμογή, πρέπει να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις:

  • Να υπάρχει επιτακτική και αναπόφευκτη ανάγκη ή εξαιρετικές περιστάσεις.
  • Να υπάρχει απουσία άλλου ένδικου βοηθήματος.
  • Το ληφθέν μέτρο να είναι ανάλογο προς την αναγκαιότητα.
  • Και, πολύ σημαντικό, να έχει προσωρινό χαρακτήρα, που να περιορίζεται στη διάρκεια των εξαιρετικών περιστάσεων.

Με τον τρόπο αυτό το Δίκαιο της Ανάγκης λειτούργησε σαν «ασπίδα», που επέτρεψε στην Κυπριακή Δημοκρατία να συνεχίσει να υπάρχει και να λειτουργεί, ακόμη και όταν το Σύνταγμα δεν μπορούσε να εφαρμοστεί πλήρως.

Συνεπώς, το Δίκαιο της Ανάγκης δεν σημαίνει αυθαιρεσία. Σημαίνει μια περιορισμένη, αυστηρά οριοθετημένη παρέκκλιση που αποσκοπεί αποκλειστικά στη διατήρηση του Συντάγματος και του κράτους.

Σήμερα, η Κύπρος βρίσκεται σε μια νέα εποχή. Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) το 2004 έφερε ένα δεύτερο επίπεδο έννομης τάξης –το ευρωπαϊκό δίκαιο, το οποίο μάλιστα υπερισχύει σε περίπτωση σύγκρουσης με το εθνικό. Παράλληλα, βρίσκονται σε εξέλιξη σημαντικές μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη, με στόχο την επιτάχυνση των διαδικασιών, τη βελτίωση της απονομής του δικαίου και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς.

Η ιστορία του Κυπριακού Νομικού Συστήματος μας διδάσκει κάτι πολύ σημαντικό: το Σύνταγμα και οι νόμοι δεν είναι στατικοί. Είναι ζωντανοί οργανισμοί που πρέπει να προσαρμόζονται στις ανάγκες και στις κρίσεις κάθε εποχής. Το Δίκαιο της Ανάγκης ήταν μια λύση ανάγκης –όμως ανέδειξε και την ανθεκτικότητα του κράτους μας.

3. Δίκαιο που εφαρμόζουν τα κυπριακά δικαστήρια

Έχοντας λοιπόν δει πώς το Δίκαιο της Ανάγκης διαμόρφωσε την πορεία της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι σημαντικό να εξετάσουμε σήμερα ποιο είναι το δίκαιο που εφαρμόζουν τα κυπριακά δικαστήρια. Δηλαδή, ποια είναι η νομική πυραμίδα, η ιεραρχία των κανόνων που δεσμεύει τον δικαστή και τον πολίτη στην Κύπρο.

Η πρώτη και κυριότερη πηγή είναι βέβαια το ίδιο το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μετά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ την 1.5.2004 και ιδία μετά την πέμπτη Τροποποίηση του Συντάγματος τον Ιούλιο 2006, το Κοινοτικό Κεκτημένο διαδραματίζει πλέον σημαντικό ρόλο στο συνταγματικό μας δίκαιο.

Η Κύπρος κατέστη πλήρες μέλος της ΕΕ κατά το 2004, οπότε οι πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Δικαίου είτε έχουν άμεση ισχύ στη Δημοκρατία, όπως σε όλες τις χώρες μέλη της ΕΕ, είτε καθίστανται μέρος του Κυπριακού Δικαίου με τη θέσπιση εθνικής νομοθεσίας, μέσω της οποίας ενσωματώνονται και συνιστούν μέρος του ημεδαπού δικαίου.

Επειδή στην Κυπριακή Δημοκρατία υπέρτατος νόμος είναι το Σύνταγμα (άρθρο 179 του Συντάγματος), ηγέρθηκε ζήτημα ως προς το κατά πόσον σε περίπτωση σύγκρουσης ή ασυμβατότητας πρόνοιας του Συντάγματος με δεσμευτική πρόνοια Ευρωπαϊκού Δικαίου, συνεχίζει να υπερισχύει η πρώτη. Προς άρση κάθε αμφιβολίας ως προς το ότι το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο υπερισχύει πλέον του ημεδαπού δικαίου, θεσπίστηκε ο Περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος αρ. 127(Ι) του 2006, με τον οποίο προστέθηκε το νέο Άρθρο 1Α του Συντάγματος.

Σύμφωνα με αυτό, καμιά διάταξη του Συντάγματος θεωρείται ότι ακυρώνει νόμους που θεσπίζονται, πράξεις που διενεργούνται ή μέτρα που λαμβάνονται από τη Δημοκρατία, τα οποία καθίστανται αναγκαία από τις υποχρεώσεις της σαν κράτους μέλους της ΕΕ, ούτε εμποδίζει Κανονισμούς, Οδηγίες ή άλλες δεσμευτικές πράξεις ή μέτρα νομοθετικού χαρακτήρα που θεσπίζονται από την ΕΕ, από το να έχουν νομική ισχύ στη Δημοκρατία.

H δεύτερη πηγή είναι οι νόμοι που διατηρήθηκαν σε ισχύ δυνάμει του άρθρου 188 του Συντάγματος. Είναι φανερό ότι πριν την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας προϋπήρχε δίκαιο, το οποίο εφαρμοζόταν και ο συντακτικός νομοθέτης επέλεξε να συνεχίζονται να εφαρμόζονται εκείνοι οι νόμοι που διατηρούνται σε ισχύ με βάση το άρθρο 188 του Συντάγματος, και σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, εκτός και αν έγινε ή θα γίνει άλλη πρόβλεψη με βάση νόμο που ψηφίζει πλέον η Βουλή των Αντιπροσώπων.

Με βάση το άρθρο 188 του Συντάγματος, οι νόμοι, οι οποίοι ίσχυαν προηγουμένως διατηρήθηκαν σε ισχύ στην έκταση βέβαια που δεν είναι αντίθετοι με το Σύνταγμα. Στην περίπτωση που είναι αντίθετοι με το Σύνταγμα θεωρείται πως δεν ισχύουν ακριβώς για τον ίδιο λόγο που οποιοσδήποτε άλλος νόμος που ψηφίστηκε μετά την ανακήρυξη της Δημοκρατίας δεν ισχύει, γιατί είναι αντίθετος με Συνταγματική διάταξη.

Ισχύουν λοιπόν οι νόμοι αυτοί εκτός αν υπάρχει άλλη πρόνοια. Αν υπάρχει άλλη πρόνοια με νόμο που έχει ψηφίσει η Βουλή των Αντιπροσώπων και που οι διατάξεις του είναι αντίθετες με νόμους που υπήρχαν στην πρώην αποικία της Κύπρου, τότε είναι φυσικό ότι επικρατεί ο νόμος που ψηφίστηκε από την Κυπριακή Πολιτεία.

Η τρίτη πηγή είναι το κοινοδίκαιο (common law) και οι Αρχές της Επιεικίας (equity), ενώ η τέταρτη πηγή είναι οι νόμοι και οι αρχές περί των Βακουφίων (ahkamul evkaf) που αναφέρονται στο άρθρο 110(2) του Συντάγματος.

Η πέμπτη πηγή είναι οι Νόμοι του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας, οι οποίοι εφαρμόζονταν πριν την ανεξαρτησία της Δημοκρατίας, εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά από άλλο νόμο και δεν είναι αντίθετοι ή ασυμβίβαστοι προς το Σύνταγμα.

Η έκτη πηγή είναι το έθιμο. Το έθιμο είναι άγραφος κανόνας δικαίου, που παράγεται συνεπεία μακράς και ομοιομόρφου ασκήσεως εν συνειδήσει δικαίου (opinio necessitatis). Δεν αρκεί η επανάληψη συγκεκριμένου τρόπου ρυθμίσεως ενός θέματος επί μακρόν χρονικό διάστημα, αλλά απαιτείται πρόσθετα όπως η επανάληψη γίνεται με την πεποίθηση ότι αυτοί, που δρουν, δεσμεύονται να δράσουν, όπως δρουν.

Τέλος, η έβδομη πηγή είναι οπωσδήποτε η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Σε αντίθεση με ότι συμβαίνει στην Ελλάδα, και γενικά στην Ηπειρωτική Ευρώπη, όπου η νομολογία δεν θεωρείται πηγή δικαίου, στην Κύπρο πρέπει να θεωρηθεί ως πηγή δικαίου, εφόσον στην Κύπρο ισχύει το δόγμα της δεσμευτικότητας των προηγουμένων δικαστικών αποφάσεων (Doctrine of Precedent). Οι αποφάσεις των δύο Ανωτάτων Δικαστηρίων είναι δεσμευτικές για όλα τα κατώτερα Δικαστήρια. Έτσι, απόφαση των Ανωτάτων Δικαστηρίων, με την οποία ερμηνεύεται συγκεκριμένο Άρθρο του Συντάγματος, πρέπει να θεωρείται ως πηγή Συνταγματικού Δικαίου.

4. Η πυραμίδα/ ιεραρχία των κανόνων του δικαίου στη Κύπρο

Αν θελήσουμε να ιεραρχήσουμε τους κανόνες του Κυπριακού δικαίου, τότε:

  1. Μετά την 5η Τροποποίηση του Συντάγματος, στην πρώτη βαθμίδα είναι το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο.
  2. Στη δεύτερη βαθμίδα το Σύνταγμα, που αποτελεί τον υπέρτατο νόμο της Δημοκρατίας.
  3. Στην τρίτη βαθμίδα είναι οι διατάξεις των Διεθνών Συμβάσεων, που έχουν αποκτήσει αυξημένη τυπική ισχύ με βάση το Άρθρο 169 του Συντάγματος.
  4. Στην τέταρτη βαθμίδα είναι οι τυπικοί νόμοι, δηλαδή οι νόμοι που ψηφίζονται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, για θέματα εντός των αρμοδιοτήτων της.
  5. Στην πέμπτη βαθμίδα βρίσκεται η κανονιστική διοικητική πράξη (Κανονισμοί, υπουργικές αποφάσεις, διατάγματα, που εκδίδονται με βάση εξουσιοδότηση από νόμους).
  6. Στην έκτη βαθμίδα είναι η ατομική διοικητική πράξη.

Β. Το Κυπριακό Σύνταγμα και η προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας συντάχθηκε κατά το έτος 1960. Φυσιολογικά οι συντάκτες του είχαν σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα ως πρότυπο την Ευρωπαϊκή Συνθήκη Περί Προασπίσεως Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το γεγονός αυτό καθοδηγεί και τον ερμηνευτή του δικαίου. Οποτεδήποτε υπάρχει θέμα ερμηνείας και εφαρμογής συνταγματικής διάταξης του Μέρους ΙΙ του Συντάγματος, πρέπει να εξετάζεται η ομοιότητά της με την αντίστοιχη διάταξη της Συνθήκης της Ρώμης, σε περίπτωση δε που διαπιστώνεται ότι η ομοιότητα είναι μεγάλη, η ανάγκη πλήρους και σε βάθος μελέτης πρέπει να οδηγεί τον μελετητή προς εξέταση της πλούσιας πλέον νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Κύπρο προστατεύονται από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και από διεθνείς συμβάσεις που έχει κυρώσει η χώρα.

Τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες καθορίζονται και προστατεύονται από το Μέρος ΙΙ του Συντάγματός μας, που περιλαμβάνει τα Άρθρα 6 έως 35.

Το άρθρο 33 του Συντάγματος προβλέπει ρητά ότι, τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες που εγγυάται το Σύνταγμα μας, δεν υπόκεινται σε περιορισμούς ή όρους άλλους από εκείνους που προβλέπονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος.

Οι Συνταγματικές Διατάξεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα παρέχουν το δικαίωμα στον πολίτη να αντιταχθεί σε παράνομες ή αυθαίρετες πράξεις της Εκτελεστικής Εξουσίας, διασφαλίζοντας, κατ’ επέκταση, ότι το Κράτος λειτουργεί σύμφωνα με τον Νόμο, και δεν παραβιάζει τις αρχές του Κράτους Δικαίου. Οι μηχανισμοί για την απονομή της δικαιοσύνης είναι προσβάσιμοι σε κάθε άτομο στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Σύμφωνα με το Άρθρο 35, όλες οι Αρχές της Δημοκρατίας, Νομοθετικές, Εκτελεστικές και Δικαστικές, «υποχρεούνται να διασφαλίζωσιν την αποτελεσματικήν εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος μέρους, εκάστη εντός των ορίων της αρμοδιότητος αυτής».

Πρόκειται για επιτακτική υποχρέωση, που επιβάλλει το Σύνταγμα. Δεν επιτρέπεται απόκλιση από τις υποχρεώσεις, που επιβάλλει στην Πολιτεία το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος. Η διασφάλιση και προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που κατοχυρώνονται με το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, αποτελεί διαχρονική υποχρέωση κάθε αρχής και οργάνου του Κράτους.

Στην ιστορική υπόθεση σταθμός Police v. Andreas Georgiades (1982) 2 C.L.R. 33, το Ανώτατο Δικαστήριο απεφάσισε ότι οι συνταγματικές διατάξεις περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προστατεύουν το άτομο οποθενδήποτε και αν προέρχεται η επέμβαση, με άλλα λόγια είτε προέρχεται από το Κράτος είτε προέρχεται από ιδιώτη.

Η νομολογία σε σχέση με το Άρθρο 35 αναφέρεται ταυτόχρονα και στο Άρθρο 34 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο τίποτε από όσα περιλαμβάνονται στο Μέρος ΙΙ δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι παρέχει δικαίωμα σε δράση ή εκτέλεση πράξης, που έχει σκοπό την υπονόμευση ή την κατάργηση της συνταγματικής τάξης ή την κατάργηση οποιουδήποτε από τα δικαιώματα και ελευθερίες ή τον περιορισμό των δικαιωμάτων και ελευθεριών πέραν του βαθμού που επιτρέπει το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος.

Πρέπει ακόμα να έχουμε υπόψη μας ότι, με μοναδική εξαίρεση την απαγόρευση των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης μεταχείρισης ή ταπεινωτικής τιμωρίας, απόλυτα ανθρώπινα δικαιώματα δεν υπάρχουν. Το κάθε ανθρώπινο δικαίωμα υπόκειται σε περιορισμούς και σε ορισμένες περιπτώσεις σε στέρηση. Η στέρηση και/ή οι περιορισμοί δεν επιβάλλονται κατά απόλυτη βούληση της Πολιτείας, αλλά μόνο στο αυστηρό πλαίσιο των συγκεκριμένων συνταγματικών διατάξεων, που επιτρέπουν τέτοια στέρηση ή περιορισμό.

Το Σύνταγμα καθιερώνει minimum προστασία ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο νομοθέτης δεν μπορεί να υπερβεί τα συνταγματικά όρια, προκειμένου να επεκτείνει τις περιπτώσεις στερήσεων ή περιορισμών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αντίθετα, μπορεί να μεγεθύνει τη προστασία, απαγορεύοντας στέρηση ή περιορισμό ακόμα και στις περιπτώσεις όπου κατά το Σύνταγμα μια τέτοια στέρηση ή περιορισμός θα ήταν πράξη επιτρεπτή.

Γ. Απονομή της Δικαιοσύνης

Αφού είδαμε τόσο την ιστορική διαδρομή του κυπριακού δικαίου όσο και την ισχύουσα νομική τάξη, είναι σημαντικό να σταθούμε στις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις που έγιναν για την καλύτερη προστασία του κράτους δικαίου.

Η πρόσφατη μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος, η μεγαλύτερη από την ίδρυση της Δημοκρατίας, φιλοδοξεί να βελτιώσει τη λειτουργία της Δικαιοσύνης σε πέντε βασικούς άξονες:

  1. Αναδιάρθρωση της δικαστικής ιεραρχίας, με την ίδρυση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου για θέματα συνταγματικότητας και θεμελιωδών δικαιωμάτων, και του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως εφετείου.
  2. Δημιουργία εξειδικευμένων δικαστηρίων:
  • Η λειτουργία του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, που ανέλαβε από τον Ιούνιο 2019 την εκδίκαση κάθε προσφυγής από αιτητές διεθνούς προστασίας, με αρμοδιότητα ελέγχου και της ουσίας, όπως προνοεί το κεκτημένο.
  • Ίδρυση του Εμπορικού Δικαστηρίου και του Ναυτοδικείου. Τα δύο αυτά πολύ σημαντικά ξεχωριστά Δικαστήρια ανέλαβαν την εκδίκαση, με ταχείες διαδικασίες, εμπορικών διαφορών μεγάλου ύψους επίδικης διαφοράς και όλων των ναυτικών υποθέσεων. Αυτό, πέραν της επίδρασης στη μείωση του χρόνου απονομής της Δικαιοσύνης, αναμένεται να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Σε συνδυασμό με τη δυνατότητα χρήσης της αγγλικής γλώσσας, ενισχύουν την προσέλκυση ξένων επενδύσεων και συμβάλλουν στην ανάδειξη της Κύπρου σε διεθνές κέντρο δικαστικών διευθετήσεων εμπορικού και ναυτιλιακού χαρακτήρα. Σύμφωνα με τον νόμο, το Εμπορικό Δικαστήριο απαρτίζεται από πέντε Δικαστές και το Ναυτοδικείο από επτά.
  1. Εισαγωγή της ηλεκτρονικής δικαιοσύνης (e-Justice): Σημαντικό μέρος της μεταρρύθμισης είναι αδιαμφισβήτητα η αποτελεσματική λειτουργία της ηλεκτρονικής δικαιοσύνης. Αρχικά με το i-justice που λειτούργησε τον Ιούλιο του 2021 και σε δεύτερη φάση με το ολοκληρωμένο e-justice. Η είσοδος της τεχνολογίας στη δικαιοσύνη σχεδιάστηκε, ώστε να συμβάλει στην απλούστευση των μέχρι τώρα χρησιμοποιούμενων χρονοβόρων γραφειοκρατικών διαδικασιών.
  2. Βελτίωση δικαστικής εκπαίδευσης: Ιδρύθηκε η Σχολή Δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα μαθήματα/ διαλέξεις της Σχολής θα μπορούν να παρακολουθήσουν, είτε μαζί με τους δικαστές είτε ξεχωριστά, κατόπιν έγκρισης από το Συμβούλιο της Σχολής, δικηγόροι και λειτουργοί άλλων νομικών επαγγελμάτων, όπως νομικοί λειτουργοί των Δικαστηρίων, λειτουργοί της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, Πρωτοκολλητές και οι δικαστικοί υπάλληλοι. Η δημιουργία της Σχολής θεωρείται ουσιώδους σημασίας για τη διασφάλιση της ποιότητας της δικαιοσύνης.
  3. Αντιμετώπιση καθυστερήσεων, με κατανομή υποθέσεων σε εξειδικευμένα δικαστήρια και εισαγωγή τεχνολογίας, επιτυγχάνοντας ταχύτερη ροή της δικαστικής διαδικασίας και ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών. Επιπλέον, οι νέοι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας απλοποίησαν τις διαδικασίες που ακολουθούνταν στις αστικές υποθέσεις, όπου παρατηρείτο η μεγαλύτερη καθυστέρηση στον χρόνο εκδίκασης. Οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας διασφαλίζουν, μεταξύ άλλων, εξ αρχής τον έγκαιρο προγραμματισμό της υπόθεσης και τη δίκαιη κατανομή του δικαστικού χρόνου, μέσα από αυστηρά χρονοδιαγράμματα που προκαθορίζονται. Με αυτόν τον τρόπο αντιμετωπίζεται το πρόβλημα των συνεχών αναβολών που παρατηρείτο και οδηγούσε στην καθυστέρηση της εκδίκασης των αστικών υποθέσεων.

Δ. Η Νομοπαρασκευαστική διαδικασία στην Κύπρο

Αφού αναλύσαμε τα βασικά χαρακτηριστικά του κυπριακού Κράτους και του Συντάγματος, θα ήθελα να μιλήσω για την νομοπαρασκευαστική διαδικασία στην Κύπρο, η οποία συνδέεται άμεσα με τις αρμοδιότητες του Γραφείου μου. Τα ερωτήματα που θέλω να απαντήσουμε είναι τα εξής: ποια είναι η νομοπαρασκευαστική διαδικασία στην Κύπρο, τι είναι το νομοσχέδιο που συντάσσεται και ποιος ο σκοπός του;

Γενικότερα, η ψήφιση νόμων αποτελεί την καρδιά της δημοκρατικής λειτουργίας. Στην Κύπρο, όπως και σε κάθε κράτος δικαίου, οι νόμοι δεν είναι απλώς τυπικά κείμενα. Είναι οι κανόνες που ρυθμίζουν την καθημερινή ζωή, κατοχυρώνουν δικαιώματα και καθορίζουν υποχρεώσεις.

Θα ήθελα να ξεκινήσω με τα νομοσχέδια. Τα νομοσχέδια προέρχονται από την εκτελεστική εξουσία και βάσει Συντάγματος, η αρμοδιότητα για την προώθησή τους ανήκει στους Υπουργούς. Συνήθως ετοιμάζονται από το αρμόδιο Υπουργείο, εγκρίνονται από το Υπουργικό Συμβούλιο και στη συνέχεια κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Το νομοσχέδιο είναι το πρώτο βήμα προς την υλοποίηση μιας πολιτικής και τη μετατροπή της σε εφαρμόσιμους νόμους. Η διαδικασία αυτή απαιτεί σχολαστικότητα, βαθιά κατανόηση των νομικών αρχών και, φυσικά, μια σαφή οπτική των κοινωνικών αναγκών που επιχειρεί να ικανοποιήσει. Κάθε λέξη, κάθε φράση και κάθε άρθρο πρέπει να είναι μελετημένα, ώστε να αποφεύγονται παρερμηνείες και κενά που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε δυσκολίες στην ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου.

Ένα νομοσχέδιο δεν είναι απλώς ένα σύνολο κανόνων και υποχρεώσεων που επιβάλλονται στους πολίτες και τις επιχειρήσεις. Είναι ένα εργαλείο που ενσωματώνει τις αρχές της δικαιοσύνης, της ισότητας και της διαφάνειας. Κάθε νόμος αποτελεί μια απόφαση που επηρεάζει άμεσα τη ζωή των πολιτών. Από τη δημόσια υγεία και την παιδεία έως τα εργασιακά δικαιώματα και το περιβάλλον, οι νόμοι καθορίζουν το πλαίσιο, στο οποίο λειτουργεί η κοινωνία μας.

Πριν από τη σύνταξη ενός νομοσχεδίου, είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε το ευρύτερο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο. Ποιες είναι οι ανάγκες που προσπαθούμε να καλύψουμε; Ποιες είναι οι επιπτώσεις των προτεινόμενων αλλαγών; Πώς θα εφαρμοστούν στην πράξη οι διατάξεις που προτείνουμε; Όλα αυτά τα ερωτήματα απαιτούν λεπτομερή ανάλυση και προσεκτικό σχεδιασμό.

Επιπλέον, η διαδικασία της σύνταξης νομοσχεδίων δεν είναι μόνο μια νομική ή τεχνική εργασία. Είναι μια διαδικασία που προϋποθέτει τη συνεργασία πολλών παραγόντων, όπως οι νομικοί σύμβουλοι, οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, οι εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών και φυσικά οι βουλευτές που έχουν την ευθύνη να συζητήσουν και να εγκρίνουν τις προτάσεις. Η σύνταξη νομοσχεδίων είναι μια συλλογική προσπάθεια που απαιτεί διάλογο, διαβούλευση και διαφάνεια.

Η σύνταξη νομοσχεδίων αποτελεί μια διαδικασία-κλειδί για τη θέσπιση νέων νόμων ή την τροποποίηση ή μεταρρύθμιση υφιστάμενων. Στόχος της διαδικασίας αυτής είναι η δημιουργία νομοθετικών κειμένων που όχι μόνο θα ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κοινωνίας, αλλά και θα μπορούν να εφαρμοστούν εύκολα από τις αρμόδιες αρχές και θα ερμηνευθούν με σαφήνεια από τα δικαστήρια. Η ανάγκη για σαφήνεια στη νομοθεσία είναι πιο επίκαιρη από ποτέ, καθώς η σύγχρονη κοινωνία γίνεται ολοένα και πιο πολύπλοκη και απαιτητική.

Το νομοσχέδιο είναι ουσιαστικά το εργαλείο, με το οποίο η κυβέρνηση ή οποιοσδήποτε αρμόδιος φορέας επιχειρεί να επιλύσει κοινωνικά, οικονομικά, περιβαλλοντικά ή άλλα ζητήματα, καθιερώνοντας ένα νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ του κράτους και των πολιτών ή των πολιτών μεταξύ τους.

Είναι ένα κείμενο που περιλαμβάνει προτεινόμενες διατάξεις για ένα συγκεκριμένο ζήτημα ή πεδίο πολιτικής και υποβάλλεται για ψήφιση από τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Αφού ψηφιστεί, το νομοσχέδιο αποστέλλεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για υπογραφή και στη συνέχεια δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα του Κράτους, αποκτώντας ισχύ νόμου.

Από την άλλη πλευρά, έχουμε τις προτάσεις νόμου. Αυτές κατατίθενται από τους ίδιους τους βουλευτές, είτε μεμονωμένα είτε εκ μέρους πολιτικών κομμάτων. Σύμφωνα με το άρθρο 80 του Συντάγματος, το δικαίωμα υποβολής προτάσεων νόμων ανήκει στους βουλευτές με τον περιορισμό ότι καμία πρόταση νόμου δεν μπορεί να αυξάνει τα έξοδα του προϋπολογισμού. Οι προτάσεις νόμου εκφράζουν συχνά τις ανησυχίες και τις ανάγκες της κοινωνίας, φέρνουν στο προσκήνιο ζητήματα που ενδεχομένως η κυβέρνηση δεν έχει θέσει ως προτεραιότητα και δίνουν στους εκλεγμένους αντιπροσώπους τη δυνατότητα να ασκήσουν τον δικό τους θεσμικό ρόλο.

Ο ρόλος της Νομικής Υπηρεσίας στη νομοθετική διαδικασία

Θα ήταν παράλειψή μου, αν δεν αναφερόμουν στον σημαντικό ρόλο που έχει η Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας στη νομοθετική διαδικασία. Κατά κανόνα η Νομική Υπηρεσία δεν εμπλέκεται ως θέμα αρχής στη «νομοπαρασκευαστική εργασία», αλλά διενεργεί το λεγόμενο «νομοτεχνικό έλεγχο». Εν προκειμένω, ειδοποιός διαφορά είναι η διάκριση μεταξύ πολιτικής και νομικής διάστασης. Στην πρώτη περίπτωση, η κυβέρνηση, μέσω του αρμόδιου υπουργείου, επιχειρεί την υλοποίηση συγκεκριμένων πολιτικών της στη βάση προτεινόμενης νομοθεσίας, που λειτουργεί ως εργαλείο επίτευξης ενός σκοπού.

Ο όρος «νομοτεχνικός έλεγχος» αναφέρεται συναφώς όχι στη διαδικασία σύλληψης της νομοθετικής ιδέας, αλλά στη μελέτη των όσων έχουν διατυπωθεί κατά τη χάραξη πολιτικής στο προτεινόμενο νομοσχέδιο από μία νομική οπτική, με στόχο κυρίως τη διασφάλιση της νομιμότητας, της ασφάλειας του δικαίου και του σεβασμού των ιεραρχικά ανώτερων δικαιικών κανόνων του νομικού μας συστήματος.

Σε ό,τι αφορά στο στάδιο του νομοτεχνικού ελέγχου, οι λειτουργοί της Νομικής Υπηρεσίας που εξειδικεύονται στη διαδικασία αυτή καλούνται να προβούν σε έλεγχο τόσο της τυπικής όσο και της ουσιαστικής πτυχής ενός νομοθετήματος, το οποίο τους ανατίθεται, με πρωταρχικό στόχο τη συμβατότητα του όποιου προτεινόμενου μέτρου με την έννομη μας τάξη, αλλά και τη συμμόρφωση με τις αρχές της καλής νομοθέτησης.

Σε τυπικό επίπεδο, ελέγχεται αν το προτεινόμενο νομοθέτημα τηρεί την ενδεικνυόμενη δομή και αν έχουν τηρηθεί οι σχετικές τυπικές προϋποθέσεις, όπως η διεξαγωγή Ανάλυσης Αντικτύπου, ή σε περίπτωση δευτερογενούς νομοθεσίας, ότι οι κανονισμοί ή το διάταγμα εδράζονται στη σωστή διάταξη εξουσιοδοτικού νόμου. Η σαφής διατύπωση των σκοπών της προτεινόμενης νομοθεσίας πρέπει να είναι ορατή τόσο στην Αιτιολογική Έκθεση που το συνοδεύει όσο και στις διατάξεις του νομοθετήματος.

Σε ουσιαστικό επίπεδο, εξετάζονται με νομική και αξιολογική προσέγγιση οι διατάξεις του προτεινόμενου νομοσχεδίου. Καταρχάς ελέγχεται εάν τηρούνται οι δύο βασικές προϋποθέσεις της ορθής νομοθέτησης, η νομιμότητα και η αποτελεσματικότητα, η δεύτερη μάλιστα και στην έκταση που συνδέεται και με μία τρίτη προϋπόθεση, την προσβασιμότητα.

Ε. Το Γραφείο Επιτρόπου Νομοθεσίας

Η απονομή της δικαιοσύνης και η τήρηση της νομιμότητας όμως δεν εξαρτώνται μόνο από τα δικαστήρια, αλλά και την εκτελεστική εξουσία. Σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση του κράτους δικαίου έχει και το Γραφείο Επιτρόπου Νομοθεσίας (ΓΕΝ), το οποίο έχει συμβουλευτικό ρόλο προς την εκτελεστική εξουσία, ειδικότερα όσον αφορά στον εκσυγχρονισμό και τη μεταρρύθμιση της νομοθεσίας, αλλά και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ο θεσμός του Επίτροπου Νομοθεσίας θεσπίστηκε στην Κύπρο το 1971 και βασίστηκε στα πρότυπα του Law Commission του Ηνωμένου Βασίλειου, όπως και άλλων χωρών της Κοινοπολιτείας. Ο Επίτροπος Νομοθεσίας αποτελεί τον παλαιότερο θεσμό Επιτρόπου στη Δημοκρατία και διορίζεται απευθείας από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στον οποίο και είναι υπόλογος.

Μια από τις κύριες αρμοδιότητες του Γραφείου Επιτρόπου Νομοθεσίας είναι να προβαίνει, είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν οδηγιών του Προέδρου της Δημοκρατίας ή/και του Υπουργικού Συμβουλίου, στην ετοιμασία και υποβολή εισηγήσεων προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή/και σε οποιοδήποτε άλλο δημόσιο αξιωματούχο, όργανο, αρχή, υπηρεσία ή πρόσωπο για θέματα που αφορούν στο κυπριακό νομοθετικό πλαίσιο. Αυτές οι εισηγήσεις αποσκοπούν στον εκσυγχρονισμό, την απλοποίηση, τη συμπλήρωση, την ενοποίηση, την κωδικοποίηση ή/και την αναθεώρηση της εθνικής νομοθεσίας, καθώς επίσης και στην ενάσκηση οποιουδήποτε άλλου καθήκοντος ή αρμοδιότητας ανατεθούν στην Επίτροπο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή/και το Υπουργικό Συμβούλιο. Επιπλέον, το Γραφείο αναλαμβάνει τη σύνταξη νομοσχεδίων κατόπιν ανάθεσης από το Υπουργικό Συμβούλιο, σε συνεργασία με άλλα Υπουργεία ή συμμετέχοντας σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές.

Οι αρμοδιότητες του Γραφείου Επιτρόπου Νομοθεσίας δεν περιορίζονται μόνο στη νομοπαρασκευαστική εργασία και την αναθεώρηση του δικαίου. Μεταξύ άλλων, η Επίτροπος Νομοθεσίας μελετά το σύνολο των νόμων που ψηφίζει η Βουλή των Αντιπροσώπων, εντοπίζει και επισημαίνει τις υποχρεώσεις και ενέργειες που απορρέουν από αυτά τα νομοθετήματα και αφορούν στο Υπουργικό Συμβούλιο, τους Υπουργούς, τους Ανεξάρτητους Αξιωματούχους και άλλες υπηρεσίες και τμήματα του κράτους, προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή τους. Στη συνέχεια, η Επίτροπος υποβάλλει σχετική ενημερωτική έκθεση στο Υπουργικό Συμβούλιο για την καλύτερη και ολιστική παρακολούθηση της υλοποίησης των νομοθετικών διατάξεων.

Επιπρόσθετα, η Επίτροπος Νομοθεσίας ετοιμάζει Εθνικές Εκθέσεις, τις οποίες η Κυπριακή Δημοκρατία υποχρεούται να υποβάλλει, σύμφωνα με τις επικυρωθείσες Συμβάσεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών (ΗΕ) και του Συμβουλίου της Ευρώπης, και τις οποίες παρουσιάζει και υποστηρίζει κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον των αρμοδίων οργάνων των ΗΕ (treaty bodies).

Τέλος, η Επίτροπος Νομοθεσίας αναλαμβάνει τη μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα και αντίστροφα, την ενοποίηση νόμων σε επίσημη έκδοση σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή, τη μετάφραση διεθνών συμβάσεων στην ελληνική ή αγγλική γλώσσα και την καταγραφή των διμερών και πολυμερών συμβάσεων που είχε συνάψει ή συνάπτει η Δημοκρατία.

Ειδικότερα, το Γραφείο Επιτρόπου Νομοθεσίας αποτελεί μια νευραλγική υπηρεσία του κράτους, συμβάλλοντας στον συστηματικό εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση της κυπριακής νομοθεσίας. Μέσα από τη νομοπαρασκευαστική εργασία επιδιώκει να διασφαλίσει ότι οι νομοθετικές διατάξεις ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας, προσφέροντας ουσιαστικά οφέλη στους πολίτες.

Ωστόσο, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η αποτελεσματική άσκηση αυτής της αρμοδιότητας προϋποθέτει προηγούμενη συνεργασία και συνεννόηση με την εκτελεστική εξουσία. Αυτή η προϋπόθεση καθιστά μοναδικό τον τρόπο λειτουργίας του θεσμού του Επιτρόπου Νομοθεσίας στην Κύπρο, υπογραμμίζοντας τη σύνθετη σχέση και τη στενή συνεργασία που απαιτείται με την εκτελεστική εξουσία για την επιτυχή προώθηση του νομοθετικού έργου.

Ως προς τη μεθοδολογία της συγκεκριμένης εργασίας, το Γραφείο δύναται να εντοπίζει κενά ή αδυναμίες στη νομοθεσία, όπως για παράδειγμα νόμους απαρχαιωμένους ή νόμους που βρίσκονται σε αχρησία, καθώς και νόμους, οι οποίοι χρήζουν ουσιαστικής ή τυπικής αναθεώρησης. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στον εντοπισμό πραγματικών αναγκών και συμφερόντων της κοινωνίας που παραγνωρίζονται από τον νόμο, και τα οποία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο μεταρρύθμισης του δικαίου. Το προσωπικό του Γραφείου μπορεί να υποβάλλει χρήσιμες προτάσεις προς την εκτελεστική εξουσία, επισημαίνοντας τυχόν αδυναμίες ή κενά που παρουσιάζονται σε μια νομοθεσία και εν συνεχεία να προτείνει τρόπους, με τους οποίους μπορεί να αναβαθμιστεί η νομοθεσία. Για παράδειγμα, και προς εκπλήρωση της αποστολής αυτής, το Γραφείο προχώρησε στην εκπόνηση προκαταρκτικού καταλόγου με νόμους, οι οποίοι χρήζουν αναθεώρησης, καθώς επίσης και σε αυτεπάγγελτες εισηγήσεις προς την εκτελεστική εξουσία αναφορικά με την ανάγκη εκσυγχρονισμού συγκεκριμένων πεδίων δικαίου.

Σημαντικό είναι επίσης να αναφερθεί ότι το Γραφείο μας αναγνωρίζει την ταχεία πρόοδο της τεχνολογίας και την ανάγκη προσαρμογής της νομοθεσίας, ώστε να συμβαδίζει η νομοθεσία μας με αυτές τις εξελίξεις. Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν οι εισηγήσεις μας, κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού, για την αναγκαιότητα ρύθμισης της συμμετοχής μελών των διοικητικών συμβουλίων σε συνεδριάσεις μέσω τηλεδιάσκεψης και η εισήγησή μας για τη θέσπιση νομοθεσίας για την τηλεργασία.

Η νομοπαρασκευαστική εργασία μπορεί να υλοποιείται και μέσω νομοπαρασκευαστικών επιτροπών, στις οποίες συμμετέχουν κυρίως τεχνοκράτες και νομικοί της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, υπό τον συντονισμό και καθοδήγηση της Επιτρόπου Νομοθεσίας. Η συμβολή των επιτροπών αυτών είναι καθοριστική για την αναθεώρηση, καθώς παρέχουν την ευκαιρία διαμόρφωσης μίας ολοκληρωμένης και τεκμηριωμένης πρότασης προς την κυβέρνηση, επιλύοντας παράλληλα εξειδικευμένα ή τεχνικά θέματα συναφή προς το νομοσχέδιο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της συνεργασίας ήταν η πρόσφατη σύνταξη του νομοσχεδίου για τη βία και την παρενόχληση στον χώρο εργασίας, σε συμμόρφωση με τη Σύμβαση του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας (ILO).

Συναφής με την αναθεώρηση του δικαίου είναι και η αρμοδιότητα του Γραφείου μου να επισημαίνει στο κράτος τις υποχρεώσεις του που απορρέουν και από τις διεθνείς του υποχρεώσεις, όπως αυτές πηγάζουν από τις διεθνείς συμβάσεις τις οποίες έχει συνάψει. Προς τούτο, οι καταληκτικές παρατηρήσεις των επιτροπών των ΗΕ αποτελούν σημαντικό εργαλείο στην αναθεώρηση του δικαίου, καθότι ο θεσμός λειτουργεί ως μεσάζοντας, που καθήκοντος μεταφέρει στο κράτος την ανάγκη εκσυγχρονισμού του δικαίου, ώστε να επιτευχθεί η συμμόρφωση με τις διεθνείς μας υποχρεώσεις. Σχετικό παράδειγμα αποτελεί η ενασχόληση μας με την ετοιμασία εναρμονιστικής νομοθεσίας για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, η οποία βρίσκεται πάντοτε ψηλά στην ατζέντα διεθνών σωμάτων.

Ο ρόλος του Γραφείο Επιτρόπου Νομοθεσίας – Διεθνείς συμβάσεις

Η ανάγκη σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι αδιαμφισβήτητη όχι μόνο για το κάθε κράτος και την πραγμάτωση της έννοιας του κράτους δικαίου, αλλά και για την κοινωνία των εθνών και τη διατήρηση της ειρήνης και ασφάλειας εντός και μεταξύ των κρατών. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, το γεγονός ότι οι συντάκτες του Καταστατικού Χάρτη των ΗΕ του 1945 έθεσαν την προστασία και προαγωγή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών ως έναν από τους βασικούς σκοπούς του Οργανισμού και ως ένα εργαλείο για την επίτευξη της διεθνούς συνεργασίας.

Έκτοτε, τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι θεμελιώδεις ελευθερίες έχουν αποτυπωθεί και κωδικοποιηθεί σε εκατοντάδες κείμενα, νομικά και μη νομικά δεσμευτικά. Με τη Διακήρυξη και το Πρόγραμμα Δράσης της Βιέννης (1993), τα κράτη επιβεβαίωσαν τη δέσμευσή τους να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις για σεβασμό, παρακολούθηση και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη των ΗΕ, με τα κείμενα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και με το διεθνές δίκαιο.

Σε επίπεδο ΗΕ, το έργο της προώθησης και προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι συνεχές και αποδεικνύεται από την υιοθέτηση των μείζονων διεθνών συμβάσεων προστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Ωστόσο, το έργο αυτό του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) δεν είναι εύκολο. Μια βασική πρόκληση που αντιμετωπίζει ο ΟΗΕ είναι η διασφάλιση της εφαρμογής των απαιτήσεων και υποχρεώσεων που δημιουργούν οι διεθνείς συμβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε εθνικό επίπεδο, αφού τα κράτη είναι αυτά που είναι υπεύθυνα για την εφαρμογή των κανόνων προστασίας των δικαιωμάτων εντός της επικράτειάς τους. Με άλλα λόγια, τα κράτη έχουν τον τελικό λόγο για τη διασφάλιση της απόλαυσης των δικαιωμάτων των ατόμων που βρίσκονται στην επικράτειά τους, εξαιτίας της φύσης του διεθνούς δικαίου και της απουσίας μηχανισμού ελέγχου της συμμόρφωσης των κρατών με διεθνείς κανόνες και μηχανισμού επιβολής κυρώσεων για μη συμμόρφωση.

Έτσι, με σκοπό την κεντρικά συντονισμένη εφαρμογή των κανόνων προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι μείζονες/βασικές διεθνείς συμβάσεις προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ΟΗΕ προβλέπουν την υποχρεωτική παρακολούθηση της τήρησης των κανόνων που εκπορεύονται από κάθε σύμβαση σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα μέσω οργάνων που δημιουργούνται βάσει των συμβάσεων. Τα όργανα αυτά λαμβάνουν συνήθως τη μορφή Επιτροπών και αποτελούνται από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, οι οποίοι εκλέγονται συνήθως από τα κράτη μέλη. Ο ακριβής τρόπος λειτουργίας, η σύνθεση και οι αρμοδιότητες τέτοιων οργάνων συμβάσεων (treaty-based bodies) εξαρτάται από την κάθε σύμβαση που τα δημιουργεί.

Τα όργανα αυτά (treaty-based bodies), ανάλογα και με τις αρμοδιότητές τους, διαθέτουν διάφορα εργαλεία/μηχανισμούς, για να βοηθούν τα συμβαλλόμενα κράτη σχετικά με την εφαρμογή των συμβατικών τους υποχρεώσεων, αλλά και για να παρακολουθούν την πρόοδο των κρατών ως προς την εφαρμογή τους. Τέτοιοι μηχανισμοί είναι οι εθνικές εκθέσεις (state reports), οι ατομικές αναφορές (individual complaints procedures), οι διακρατικές αναφορές (inter-state complaints mechanism), οι προληπτικοί έλεγχοι (preventive inquiry mechanism), οι επιτόπιες έρευνες (inquiries), και τα γενικά σχόλια (general comments).

Το Υπουργικό Συμβούλιο όρισε το Γραφείο Επιτρόπου Νομοθεσίας ως τον υπεύθυνο θεσμό για τον συντονισμό, τη σύνταξη, την παρουσίαση και υποστήριξη των εκθέσεων για τις ακόλουθες Συμβάσεις ΟΗΕ:

1. Διεθνές Σύμφωνο για Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (1966), (ICCPR – International Covenant on Civil and Political Rights),

2. Διεθνές Σύμφωνο για Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα (1966), (ICESCR – International Covenant Economic, Social and Cultural Rights),

3. Διεθνής Σύμβαση για την Εξάλειψη Κάθε Μορφής Φυλετικής Διάκρισης (1965), (ICERD – International Convention on the Elimination of All Forms of Racial Discrimination),

4. Σύμβαση για την Εξάλειψη Όλων των Μορφών Διακρίσεων κατά των Γυναικών (1979), (CEDAW – Convention on the Elimination of All Forms of Discrimination against Women),

5. Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού (1989), (CRC – Convention on the rights of the Child),

6. Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων και Άλλων Μορφών Σκληρής, Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας (1984), (CAT – Convention Against Torture and other Cruel, Inhuman or Degrading Treatment or Punishment).

Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς ότι το Γραφείο Επιτρόπου Νομοθεσίας λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ως εθνικός μηχανισμός συντονισμού της υποβολής και υποστήριξης εθνικών εκθέσεων στο πλαίσιο συμβάσεων του ΟΗΕ που προβλέπουν μια τέτοια διαδικασία, και τις οποίες έχει κυρώσει η Κυπριακή Δημοκρατία.

Στο σημείο αυτό και για σκοπούς πληρότητας, να σημειώσω ότι το Γραφείο Επιτρόπου Νομοθεσίας είναι υπεύθυνο και για τον συντονισμό και την υποβολή εκθέσεων σε σχέση με δύο συμβάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης, πάντα με τη συνεργασία των καθ’ ύλην αρμόδιων υπουργείων και τις συνεισφορές άλλων εμπλεκομένων. Πρόκειται για:

1. Τον Ευρωπαϊκό Χάρτη των Περιφερειακών ή Μειονοτικών Γλωσσών (1992), (ECRML – European Charter for Regional or Minority Languages),

2. Τη Σύμβαση Πλαίσιο για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων του Συμβουλίου της Ευρώπης (1995), (FCPNM – Framework Convention for the Protection of National Minorities).

Η προετοιμασία των εν λόγω εκθέσεων έχει αρκετά οφέλη για τα συμβαλλόμενα κράτη. Αρχικά, τους δίνει την ευκαιρία να προβούν σε μια περιεκτική επανεξέταση των μέτρων που έλαβαν για την εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών και πολιτικών με πρόνοιες σχετικών διεθνών συμβάσεων. Δίνει τη δυνατότητα ελέγχου της προόδου που έγινε στην απόλαυση των δικαιωμάτων που ρυθμίζει η κάθε σύμβαση, δίνει τη δυνατότητα εντοπισμού ελλείψεων και προβλημάτων στην εσωτερική εφαρμογή και την ευκαιρία αξιολόγησης μελλοντικών αναγκών.

Με την υποβολή της εθνικής έκθεσης, η έκθεση μεταφράζεται στις γλώσσες εργασίας της αρμόδιας Επιτροπής και προγραμματίζεται ημερομηνία για την εξέτασή του κράτους ενώπιον της Επιτροπής. Πριν την επίσημη εξέταση της εθνικής έκθεσης, οι Επιτροπές μπορούν να υιοθετήσουν και να αποστείλουν στα κράτη το λεγόμενο «list of issues», δηλαδή λίστα με ζητήματα, τα οποία μπορεί να προκύπτουν από πληροφορίες που ήρθαν ενώπιον τους (π.χ. από εθνικές ή διεθνείς μη κυβερνητικές οργανώσεις, ή από εθνικούς μηχανισμούς ανθρωπίνων δικαιωμάτων), και για τα οποία το κράτος καλείται να δώσει κάποιες διευκρινήσεις.

Επόμενο στάδιο στη διαδικασία αποτελεί η εξέταση των εκθέσεων ενώπιον των αρμόδιων Επιτροπών. Η εξέταση γίνεται δημόσια, στην παρουσία αντιπροσωπίας του συμβαλλόμενου κράτους.

Της κυπριακής αντιπροσωπίας ηγείται η εκάστοτε Επίτροπος Νομοθεσίας, η οποία συνοδεύεται από υψηλόβαθμους τεχνοκράτες με ευρεία και εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία στο αντικείμενο της κάθε σύμβασης που εξετάζεται και των θεμάτων που μπορεί να εγερθούν. Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η συμμετοχή της αντιπροσωπίας σε έναν εποικοδομητικό διάλογο ως προς τον τρόπο, με τον οποίο μπορεί να βελτιωθεί η συμμόρφωση του κράτους με τις απαιτήσεις της κάθε σύμβασης.

Με το τέλος της εξέτασης, η κάθε Επιτροπή υιοθετεί τις συστάσεις/τα concluding observations, τα οποία στην ουσία εντοπίζουν την πρόοδο του κάθε κράτους στην υλοποίηση των απαιτήσεων της κάθε σύμβασης σε σχέση με την προηγούμενη έκθεση που υποβλήθηκε. Επίσης, καταγράφονται προβλήματα και ανησυχίες, τα οποία έχουν εντοπιστεί από την Επιτροπή.

Με την παραλαβή των concluding observations, το Γραφεί Επιτρόπου Νομοθεσίας έχει υποχρέωση ως ο συντονιστής των εκθέσεων να προωθήσει άμεσα τις συστάσεις και εισηγήσεις των Επιτροπών τόσο στο Υπουργικό Συμβούλιο, όσο και στα αρμόδια ή συναρμόδια υπουργεία, με στόχο την υλοποίηση τους μέχρι την κατάθεση της επόμενης έκθεσης.

Συνοψίζοντας, από τη σημερινή παρουσίαση γίνεται σαφές ότι η μεταρρύθμιση της νομοθεσίας και η διασφάλιση του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν είναι ένα απλό έργο. Η μοναδικότητα και η ιδιαίτερη φύση του κυπριακού κράτους, αλλά και του κυπριακού Συντάγματος διαμορφώνουν τις δυνατότητες και τους περιορισμούς της κρατικής λειτουργίας και καθορίζουν την πορεία κάθε νομοθετικής μεταρρύθμισης. Σε αυτό το πλαίσιο, το Δίκαιο της Ανάγκης, μαζί με το Σύνταγμά μας και την υπεροχή του Δικαίου της ΕΕ κάνουν τον εκσυγχρονισμό της δικαιοσύνης μια σύνθετη πρόκληση. Και όμως, ακριβώς αυτή η πρόκληση είναι που καθορίζει την ποιότητα της δημοκρατίας μας, την προστασία των δικαιωμάτων μας και την αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης.

Ευχαριστώ για την προσοχή σας.

(ΛΓ/ΓΣ)

Ίσως σας ενδιαφέρουν και αυτά

  • Χαιρετισμός της Επιτρόπου Ισότητας των Φύλων κας Τζόζης Χριστοδούλου στην τελετή απονομής των βραβείων του Δημοσιογραφικού Διαγωνισμού για την Ισότητα των Φύλων
  • Ομιλία της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού κας Έλενας Περικλέους στην Επετειακή Εκδήλωση με την ευκαιρία της Παγκόσμιας Ημέρας των Δικαιωμάτων του Παιδιού με τίτλο «Φυτεύω Δικαιώματα και Φυτρώνουν Όνειρα»
  • Ομιλία της Επιτρόπου Ισότητας των Φύλων κας Τζόζης Χριστοδούλου στην εκδήλωση «Γυναίκα-Διεκδικήσεις, Αγώνες & Ισότητα των Φύλων» του Γυναικείου Ομίλου «Πρωτοπορία»
  • Ομιλία της Επιτρόπου Ισότητας των Φύλων κας Τζόζης Χριστοδούλου στη Δημόσια Διαβούλευση για το 2ο Εθνικό Σχέδιο Δράσης «Γυναίκες, Ειρήνη και Ασφάλεια» (2026-2028)
  • Χαιρετισμός της Επιτρόπου Ισότητας των Φύλων κας Τζόζης Χριστοδούλου στην εκδήλωση υπογραφής Μνημονίου Συνεργασίας με την ΟΕΒ και παρουσίασης του λευκώματος της ΟΕΒ με τίτλο «Leading the way: Cypriot women who inspire»
Είναι χρήσιμη αυτή η σελίδα;
Ναι Όχι
Σας ευχαριστούμε !
  • Γεωργία, αλιεία και κτηνοτροφία
  • Δικαιοσύνη
  • Εκπαίδευση
  • Επιχειρηματική δραστηριότητα
  • Εργασία και ασφάλιση
  • Πρόνοια
  • Περιουσία και φορολογία
  • Πολίτης και καθημερινότητα
  • Τουρισμός
  • Στράτευση
  • Υγεία
  • Υπηρεσίες
  • Ιστοσελίδες
  • Επικαιρότητα
  • Κυβέρνηση
  • Προσωπικά δεδομένα
  • Πολιτική cookies
  • Δήλωση προσβασιμότητας
  • Πολιτική Χρήσης Ψηφιακού Βοηθού
  • Επικοινωνία
gov.cy © Κυπριακή Δημοκρατία, 2025
Συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση CY Logo