Διαμεσολάβηση σε Οικογενειακές Διαφορές
Δημοσιεύτηκε στις 18 Οκτωβρίου 2024 | Ενημερωτικό Υλικό | Πληροφόρηση, Διαμεσολάβηση
Στις 25.4.2019 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με αρ.4700 ο περί Διαμεσολάβησης σε Οικογενειακές Διαφορές Νόμος του 2019 (Ν.62(Ι)/2019). Ο νόμος τέθηκε σε ισχύ στις 30.12.2022, με τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, των περί Διαμεσολάβησης σε Οικογενειακές Διαφορές Κανονισμών του 2022 (ΚΔΠ 507/2022).
H διαμεσολάβηση σε οικογενειακές διαφορές αποτελεί μια εξωδικαστική διαδικασία επίλυσης διαφορών, όπου τα μέλη της οικογένειας, με τη συμβολή ενός ανεξάρτητου και αμερόληπτου προσώπου, του διαμεσολαβητή, επιδιώκουν να καταλήξουν σε κοινές αποφάσεις για τη διευθέτηση των οικογενειακών τους διαφορών.
Σκοπός της διαμεσολάβησης είναι η επίτευξη συναινετικών προσεγγίσεων, ο περιορισμός των συγκρούσεων, η βελτίωση της επικοινωνίας μεταξύ των μελών της οικογένειας και η στήριξη και διατήρηση λειτουργικών μεταξύ τους σχέσεων.
Ο εναλλακτικός αυτός τρόπος επίλυσης των οικογενειακών διαφορών αποσκοπεί στον περιορισμό, όσο το δυνατό, των επίδικων θεμάτων και στην εξεύρεση οριστικών λύσεων σε οικογενειακές διαφορές, σε συντομότερο χρονικό διάστημα και με λιγότερα έξοδα σε σχέση με τις αντίστοιχες δικαστικές διαδικασίες.
Η διαμεσολάβηση στηρίζεται στις πιο κάτω βασικές αρχές:
(α) της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω φυλής, χρώματος, θρησκείας, φύλου, εθνοτικής ή φυλετικής καταγωγής, κοινότητας, πεποιθήσεων, κοινωνικής ή οικονομικής κατάστασης ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο·
(β) της διασφάλισης του συμφέροντος του παιδιού·
(γ) της εμπιστευτικότητας, ουδετερότητας και αμεροληψίας·
(δ) της εθελούσιας συμμετοχής των μερών· και
(ε) συνυπολογισμού της ευαλωτότητας οποιουδήποτε των μερών στη διαμεσολάβηση.
Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν οικογενειακές διαφορές που σχετίζονται με την άσκηση της γονικής μέριμνας, τη διατροφή παιδιών, τη διατροφή συζύγων ή συμβίων, περιουσιακές διαφορές συζύγων ή συμβίων. Εξαιρούνται όμως ζητήματα αφαίρεσης και ανάθεσης γονικής μέριμνας, που πρέπει να ρυθμίζονται από το Δικαστήριο.
Η διαμεσολάβηση δύναται να πραγματοποιηθεί οποτεδήποτε, είτε πριν την έναρξη οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας, ή ακόμα και στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας.
Η διαδικασία διαμεσολάβησης ξεκινά με τη συμφωνία για διαμεσολάβηση που υπογράφεται μεταξύ των μερών και του διαμεσολαβητή, όπου καθορίζονται, μεταξύ άλλων, ο τρόπος διεξαγωγής της διαδικασίας, η διάρκειά της και η αμοιβή του διαμεσολαβητή.
Η διαδικασία διαμεσολάβησης τερματίζεται:
(α) με τη σύναψη μεταξύ των μερών συμφωνίας συμβιβασμού,
(β) με τη σύνταξη πρακτικού περί μη επίτευξης συμφωνίας συμβιβασμού,
(γ) με συμφωνία των μερών για τερματισμό της διαδικασίας,
(δ) σε περίπτωση που ένα από τα μέρη παύσει να συναινεί στη συνέχισή της,
(ε) αν ο διαμεσολαβητής κρίνει ότι για οποιονδήποτε λόγο η συνέχιση της διαμεσολάβησης κατέστη περιττή ή αδύνατη και
(στ) εάν προκύψει ότι υπάρχει βία.
Η συμφωνία συμβιβασμού δεν είναι δεσμευτική για τα μέρη, παρά μόνο εάν κατατεθεί στο Δικαστήριο προς εκτέλεση. Σε αυτή την περίπτωση, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει δικαστική απόφαση με περιεχόμενο όμοιο με αυτό της συμφωνίας συμβιβασμού, η οποία θα έχει την ίδια ισχύ, ως να είχε αποφασιστεί εξ’ υπαρχής από το Δικαστήριο.
Εγγραφή Διαμεσολαβητών
Όπως έχει αναφερθεί, η διαμεσολάβηση διενεργείται από διαμεσολαβητή, ο οποίος είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο Διαμεσολαβητών Οικογενειακών Διαφορών, το οποίο τηρείται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.
Για να εγγραφεί κάποιος ως διαμεσολαβητής, πρέπει να πληροί τα πιο κάτω κριτήρια/προσόντα:
(α) να κατέχει αναγνωρισμένο στη Δημοκρατία πανεπιστημιακό τίτλο ή δίπλωμα στα νομικά, στην ψυχολογία ή στην κοινωνική εργασία·
(β) να είναι εγγεγραμμένος/-η στο οικείο επαγγελματικό μητρώο του επαγγέλματος που ασκεί, όπου αυτό εφαρμόζεται·
(γ) ασκεί στην Κύπρο ή στο εξωτερικό, στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα, το επάγγελμα για το οποίο κατέχει έναν εκ των αναφερόμενων στην παράγραφο (α) πανεπιστημιακό τίτλο ή δίπλωμα, για συνεχή περίοδο τουλάχιστον ενός (1) έτους, πριν από την υποβολή της αίτησης για εγγραφή στο Μητρώο Διαμεσολαβητών Οικογενειακών Διαφορών·
(δ) έχει τη μόνιμη διαμονή του στη Δημοκρατία κατά τα δύο (2) τελευταία έτη πριν από την υποβολή της αίτησής του για εγγραφή στο Μητρώο Διαμεσολαβητών Οικογενειακών Διαφορών·
(ε) δεν κατέχει και δεν κατείχε μόνιμη θέση στη δημόσια υπηρεσία ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα κατά τα δύο (2) τελευταία έτη πριν από την υποβολή αίτησης για εγγραφή στο Μητρώο Διαμεσολαβητών Οικογενειακών Διαφορών·
(στ) δεν έχει καταδικαστεί για σοβαρό ποινικό αδίκημα ή για αδίκημα που ενέχει έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα·
(ζ) δεν βρίσκεται υπό επιτροπεία ή κηδεμονία και δεν στερείται της δικαιοπρακτικής του ικανότητας· και
(η) έχει τύχει ειδικής εκπαίδευσης στη διαμεσολάβηση σε οικογενειακές διαφορές, όπως καθορίζεται σε Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 43.
Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 11 του Νόμου, «πρόσωπο το οποίο έχει εγγραφεί στο Μητρώο Διαμεσολαβητών Οικογενειακών Διαφορών συνεχίζει την κατάρτισή του σε θέματα διαμεσολάβησης ολοκληρώνοντας παρακολούθηση τουλάχιστον οκτώ (8) ωρών εκπαίδευσης ανά έτος, του πρώτου αρχομένου από την πάροδο δύο (2) ετών από την ημερομηνία εγγραφής του στο Μητρώο Διαμεσολαβητών, και υποβάλλει σχετική βεβαίωση συνέχισης της κατάρτισης στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως».
Έγκριση προγραμμάτων ειδικής εκπαίδευσης.
Σύμφωνα με τον Κανονισμό 6 των «περί της Διαμεσολάβησης σε Οικογενειακές Διαφορές Κανονισμών του 2022 (ΚΔΠ 507/2022)», το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, ως αρμόδια αρχή, εγκρίνει τα προγράμματα ειδικής εκπαίδευσης που οφείλουν να παρακολουθήσουν οι υποψήφιοι διαμεσολαβητές.
Οι Κανονισμοί, καθορίζουν:
(α) τους φορείς που μπορούν να παράσχουν προγράμματα ειδικής εκπαίδευσης (ακαδημαϊκό ίδρυμα, κέντρο επαγγελματικής κατάρτισης αναγνωρισμένο από την ΑΝΑΔ)
(β) την ελάχιστη διάρκεια (θεωρητική και πρακτική) των προγραμμάτων,
(γ) το κατ’ ελάχιστον εκπαιδευτικό αντικείμενο,
(δ) τα προσόντα των εκπαιδευτών και
(ε) τον τρόπο παροχής του προγράμματος (δια ζώσης/διαδικτυακά).
Για σκοπούς έγκρισης προγράμματος ειδικής εκπαίδευσης, θα πρέπει να υποβάλλεται η σχετική αίτηση, συνοδευόμενη από τα αποδεικτικά /έγγραφα/βεβαιώσεις που ζητούνται.